Το Πολεμικό Ναυτικό ετοιμάζεται να ενισχυθεί με δύο ακόμη πολεμικά πλοία από την Ιταλία, όμως αυτή τη φορά δεν μιλάμε για φρεγάτες πολλών χιλιάδων τόνων και προηγμένα ραντάρ αεράμυνας. Μιλάμε για δύο πολύ μικρότερα, αλλά εξαιρετικά εξειδικευμένα πλοία, τα οποία έχουν έναν από τους πιο επικίνδυνους ρόλους σε ολόκληρο τον ναυτικό πόλεμο: τον εντοπισμό και την εξουδετέρωση ναρκών.
Η εξέλιξη έγινε γνωστή μετά τη συνάντηση του Έλληνα Υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια με τον Ιταλό ομόλογό του Guido Crosetto στη Βενετία, στις 5 Οκτωβρίου 2026. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του ελληνικού Υπουργείου Άμυνας, οι δύο υπουργοί συζήτησαν το ενδεχόμενο παραχώρησης δύο μεταχειρισμένων ιταλικών ναρκοθηρευτικών στην Ελλάδα.
Και εδώ υπάρχει μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια. Τα δύο πλοία δεν έχουν κατονομαστεί επίσημα μέχρι σήμερα. Επομένως, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι πρόκειται για συγκεκριμένα πλοία, όπως τα Milazzo ή Vieste, παρότι αυτά αποτελούν τις παλαιότερες ιταλικές μονάδες της οικογένειας Lerici που παραμένουν στο επίκεντρο των σχετικών συζητήσεων.
AGM-84 Harpoon: Ο πύραυλος που θα κάνει τα ελληνικά F-16 φονιάδες τουρκικών πλοίων
Η Ανάγκη Για Ναρκοπόλεμο Και Η Ιταλική Πρόταση
Για να καταλάβουμε γιατί δύο σχετικά μικρά πλοία έχουν σημασία για το Πολεμικό Ναυτικό, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι ακριβώς κάνει ένα ναρκοθηρευτικό.
Μια ναυτική νάρκη μπορεί να είναι τοποθετημένη στον βυθό ή να αιωρείται σε συγκεκριμένο βάθος και μπορεί να ενεργοποιηθεί με διάφορους μηχανισμούς, ανάλογα με τον τύπο της. Το πρόβλημα είναι ότι ένα συμβατικό πολεμικό πλοίο δεν μπορεί απλώς να περάσει από μια ύποπτη περιοχή και να ελέγξει τον βυθό. Μια νάρκη μπορεί να προκαλέσει τεράστια ζημιά ακόμη και σε ένα πολύ μεγαλύτερο πλοίο.
Εδώ μπαίνουν τα ναρκοθηρευτικά. Ο ρόλος τους είναι να επιχειρούν με πολύ χαμηλές ταχύτητες, να χαρτογραφούν τον βυθό, να εντοπίζουν ύποπτα αντικείμενα, να τα αναγνωρίζουν και στη συνέχεια να τα εξουδετερώνουν.
Το ιταλικό Πολεμικό Ναυτικό διαθέτει σήμερα οκτώ ναρκοθηρευτικά κλάσης Gaeta, τα οποία αποτελούν εξέλιξη της κλάσης Lerici. Η ίδια η Marina Militare χαρακτηρίζει τις μονάδες αυτές ιδιαίτερα εξειδικευμένες, με σύγχρονους αισθητήρες, συστήματα διοίκησης και ελέγχου, καθώς και μέσα για τον εντοπισμό και την καταστροφή ναρκών.
Για την Ελλάδα η ανάγκη είναι ακόμη πιο άμεση. Η επίσημη ιστοσελίδα του Πολεμικού Ναυτικού καταγράφει σήμερα τα ναρκοθηρευτικά «Ευνίκη» M61 και «Ευρώπη» M62. Η προσθήκη δύο ακόμη μονάδων θα μπορούσε επομένως να αυξήσει σημαντικά τη διαθέσιμη δύναμη αντιμετώπισης ναρκών, εφόσον φυσικά τα ιταλικά πλοία κριθούν κατάλληλα και συμφέρουσα η μεταβίβασή τους.
F-35: Με αυτούς τους δύο πυραύλους θα παραδοθούν τα ελληνικά stealth μαχητικά
Τι Μπορούν Να Κάνουν Τα Ιταλικά Ναρκοθηρευτικά
Η οικογένεια Lerici και Gaeta έχει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό: το κύτος είναι κατασκευασμένο από μη μαγνητικό σύνθετο υλικό, με υαλοενισχυμένο πλαστικό, αντί για συμβατικό χαλύβδινο κύτος. Αυτό είναι κρίσιμο στον ναρκοπόλεμο, επειδή μειώνει σημαντικά το μαγνητικό ίχνος του πλοίου και κατά συνέπεια τον κίνδυνο ενεργοποίησης μαγνητικών ναρκών.
Οι μονάδες Lerici έχουν μήκος περίπου 50 μέτρα και εκτόπισμα περίπου 620 τόνων σε πλήρες φορτίο, ενώ μπορούν να φτάσουν περίπου τους 14 με 15 κόμβους. Όμως στον πραγματικό ρόλο του ναρκοθηρευτικού η ταχύτητα είναι πολύ μικρότερη, περίπου 6 κόμβοι, ώστε το πλοίο να μπορεί να πραγματοποιεί με ακρίβεια τις διαδικασίες εντοπισμού και εξουδετέρωσης.
Η πρόωση είναι επίσης σχεδιασμένη με γνώμονα τον συγκεκριμένο ρόλο. Εκτός από τον κύριο πετρελαιοκινητήρα, υπάρχουν βοηθητικά συστήματα πρόωσης και ελιγμών που επιτρέπουν στο πλοίο να διατηρεί με ακρίβεια τη θέση του πάνω από μια περιοχή ενδιαφέροντος.
Το σημαντικότερο όμως βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Τα ιταλικά ναρκοθηρευτικά χρησιμοποιούν sonar για τον εντοπισμό και την ταξινόμηση αντικειμένων στον βυθό, ενώ διαθέτουν και τηλεχειριζόμενα υποβρύχια οχήματα, τα γνωστά ROV, για την αναγνώριση και αντιμετώπιση ύποπτων αντικειμένων. Σε διάφορες διαμορφώσεις της κλάσης έχουν χρησιμοποιηθεί συστήματα όπως τα MIN-77 και Pluto, ενώ η Marina Militare αναφέρει γενικότερα τη χρήση τόσο ROV όσο και αυτόνομων υποβρύχιων οχημάτων AUV στις σύγχρονες επιχειρήσεις ναρκοπολέμου.
Αυτό σημαίνει ότι το πλοίο δεν χρειάζεται απαραίτητα να πλησιάσει επικίνδυνα μια πιθανή νάρκη. Το sonar εντοπίζει και βοηθά στην ταξινόμηση του αντικειμένου και στη συνέχεια ένα υποβρύχιο όχημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αναγνώριση ή την εξουδετέρωσή του.
Και οι δυνατότητες δεν περιορίζονται στις νάρκες. Η συγκεκριμένη τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για επιθεώρηση του βυθού, συμπεριλαμβανομένων κρίσιμων υποθαλάσσιων υποδομών, όπως καλώδια και αγωγοί. Η Marina Militare επισημαίνει μάλιστα ότι τα ναρκοθηρευτικά χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση και προστασία της υποθαλάσσιας διάστασης και των κρίσιμων υποδομών.
Γιατί Η Ιταλία Τα Αντικαθιστά Και Τι Σημαίνει Για Την Ελλάδα
Ο λόγος που ανοίγει τώρα αυτό το παράθυρο για την Ελλάδα είναι ο εκσυγχρονισμός του ίδιου του ιταλικού στόλου.
Η Ιταλία έχει ήδη ξεκινήσει το πρόγραμμα Cacciamine di Nuova Generazione, δηλαδή ναρκοθηρευτικών νέας γενιάς. Το βασικό συμβόλαιο, που υπογράφηκε το 2024 μεταξύ NAVARM, Intermarine και Leonardo, αφορά πέντε νέα πλοία, με επιπλέον τρεις μονάδες ως προαίρεση. Η αξία του βασικού προγράμματος ανέρχεται περίπου σε 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ.
Τα νέα CNG/C είναι πολύ πιο σύγχρονα πλοία, με εκτεταμένη χρήση σύνθετων υλικών, αυξημένη αυτοματοποίηση και σύγχρονους αισθητήρες, ενώ η σχεδίαση προβλέπει εκτεταμένη χρήση τηλεχειριζόμενων και αυτόνομων συστημάτων.
Η κατασκευή έχει ήδη ξεκινήσει. Η πρώτη μονάδα αναμένεται να παραδοθεί το 2029, ενώ τον Ιούλιο του 2026 ξεκίνησε η κατασκευή του κύτους της δεύτερης μονάδας.
Άρα η πιθανή παραχώρηση στην Ελλάδα εντάσσεται σε μια πολύ συγκεκριμένη διαδικασία: η Ιταλία περνά σταδιακά από την παλαιότερη γενιά ναρκοθηρευτικών στη νέα, ενώ η Ελλάδα θα μπορούσε να αξιοποιήσει ορισμένες από τις υφιστάμενες μονάδες της Ρώμης.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε ήδη τελική συμφωνία ή ότι γνωρίζουμε ποια ακριβώς πλοία θα έρθουν. Θα χρειαστούν τεχνικοί έλεγχοι, αξιολόγηση της κατάστασης των πλοίων, εκτίμηση του υπολειπόμενου επιχειρησιακού τους βίου και αποφάσεις για το κόστος αναβάθμισης και υποστήριξης.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η Ελλάδα δεν θα αποκτούσε απλώς δύο ακόμη πλοία. Θα αποκτούσε πρόσθετη εξειδικευμένη ικανότητα στον ναρκοπόλεμο, σε έναν τομέα όπου η διαθεσιμότητα και η εξειδίκευση έχουν τεράστια σημασία.
Και αυτό γίνεται ακόμη πιο σημαντικό στο Αιγαίο, όπου η γεωγραφία, οι περιορισμένοι θαλάσσιοι δίαυλοι και η ανάγκη ασφαλούς πρόσβασης σε λιμένες κάνουν την αντιμετώπιση ναρκών μια αποστολή που δεν μπορεί να θεωρηθεί δευτερεύουσα.
Η ίδια η συμμετοχή ελληνικών και ιταλικών ναρκοθηρευτικών σε ασκήσεις, όπως η «ΑΡΙΑΔΝΗ 22», δείχνει ότι οι δύο χώρες έχουν ήδη επιχειρησιακή επαφή στον συγκεκριμένο τομέα. Στην άσκηση συμμετείχαν ελληνικά ναρκοθηρευτικά μαζί με το ιταλικό «Gaeta» και άλλες συμμαχικές μονάδες.
Έτσι, μετά τις δύο ιταλικές FREMM, η πιθανή απόκτηση δύο μεταχειρισμένων ναρκοθηρευτικών αποτελεί ένα διαφορετικό αλλά εξίσου ενδιαφέρον κομμάτι της ελληνοϊταλικής αμυντικής συνεργασίας. Τα πλοία αυτά δεν είναι σχεδιασμένα για να δώσουν μάχη απέναντι σε φρεγάτες. Είναι σχεδιασμένα για να κάνουν κάτι πολύ πιο εξειδικευμένο: να ανοίγουν και να διατηρούν ασφαλείς θαλάσσιους διαύλους εκεί όπου μια νάρκη μπορεί να παραλύσει έναν ολόκληρο λιμένα ή μια ναυτική δύναμη.
Και σε έναν σύγχρονο ναυτικό πόλεμο, αυτή η δυνατότητα μπορεί να είναι απολύτως κρίσιμη.