Στο Pro News Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία από εμάς και τους συνεργάτες μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν συναινέσετε ή να αρνηθείτε να συναινέσετε. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αρνηθείτε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις σας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο. Μπορείτε πάντα να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο ή επισκεπτόμενοι την πολιτική απορρήτου μας.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας.Δες περισσότερα εδώ.
Κόσμος

«Χάνιμπαλ ο Κανίβαλος»: Οι αποκαλύψεις από το κελί της απομόνωσης

Ύστερα από δεκαετίες απόλυτης σιωπής, ο Ρόμπερτ Μόντσλεϊ, ένας από τους πιο διαβόητους κατά συρροή δολοφόνους στη Βρετανία, έσπασε τη σιωπή του μέσα από τηλεφωνική συνομιλία που διέρρευσε από τη φυλακή όπου κρατείται. Ο άνδρας που έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «Χάνιμπαλ ο Κανίβαλος», αν και ο ίδιος αρνείται ότι υπήρξε ποτέ κανίβαλος, υποστηρίζει πως υφίσταται απάνθρωπη μεταχείριση, έπειτα από σχεδόν μισό αιώνα σε καθεστώς απομόνωσης.

Η τελευταία φορά που το βρετανικό κοινό τον είδε ή τον άκουσε ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1980, σε τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ. Έκτοτε, ο Μόντσλεϊ φέρεται να έχει καταγράψει παγκόσμιο ρεκόρ παραμονής σε απομόνωση, καθώς βρίσκεται μόνος του επί 48 συνεχόμενα χρόνια. Για χρόνια κυκλοφορούσαν φήμες ότι κρατούνταν σε ειδικά κατασκευασμένο γυάλινο κελί στις φυλακές Γουέικφιλντ, ωστόσο τώρα ο ίδιος περιγράφει για πρώτη φορά τις πραγματικές συνθήκες κράτησής του, μέσω ηχογράφησης τηλεφωνικής συνομιλίας που έδωσε συγγενής του στη βρετανική εφημερίδα Daily Mail.

Οι τέσσερις δολοφονίες και το αυστηρό καθεστώς κράτησης

Ο Ρόμπερτ Μόντσλεϊ διέπραξε την πρώτη του δολοφονία το 1974, σε ηλικία 21 ετών, ενώ στη συνέχεια σκότωσε ακόμη τρεις ανθρώπους μέσα στις φυλακές. Σήμερα κρατείται σε ειδική μονάδα των φυλακών υψίστης ασφαλείας Γουάιτμουρ, στο Κέιμπριτζσαϊρ, η οποία φιλοξενεί τους πλέον επικίνδυνους κρατούμενους της Βρετανίας. Παρότι η ενοχή του για τα εγκλήματά του δεν αμφισβητείται, ο ίδιος και η οικογένειά του υποστηρίζουν ότι οι συνθήκες κράτησης που βιώνει είναι απάνθρωπες.

Οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι, ωστόσο, παραμένουν σε συνεχή επιφυλακή. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ακόμη και ένα στυλό αφημένο δίπλα στο κρεβάτι του θεωρείται πιθανός κίνδυνος, καθώς οι αρχές φοβούνται ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως όπλο. Η ανησυχία αυτή συνδέεται με τη φήμη που απέκτησε μετά τη δολοφονία ενός παιδόφιλου κρατούμενου, όταν κυκλοφόρησαν ισχυρισμοί ότι βρέθηκε κουτάλι μέσα στο κρανίο του θύματος, γεγονός που οδήγησε στο παρατσούκλι «Κουτάλιας» και αργότερα στο «Χάνιμπαλ ο Κανίβαλος», παρότι δεν βρέθηκαν ποτέ στοιχεία που να αποδεικνύουν κανιβαλισμό. Για τον λόγο αυτό εξακολουθεί να έχει πρόσβαση μόνο σε πλαστικά μαχαιροπίρουνα.

«Με κρατούν μόνο 22 ώρες την ημέρα»

Στην τηλεφωνική συνομιλία με τον ανιψιό του, Γκάβιν Μόντσλεϊ, ο οποίος έχει αλλάξει την ορθογραφία του επωνύμου της οικογένειας, ο 73χρονος καταγγέλλει ότι το επίπεδο ασφαλείας του αυξήθηκε ακόμη περισσότερο. Όπως λέει, πλέον απαιτείται η παρουσία ανώτερου σωφρονιστικού υπαλλήλου κάθε φορά που ανοίγει το κελί του, ενώ υποστηρίζει ότι εδώ και 13 μήνες δεν του επιτρέπονται επισκέψεις, καθώς έχει ενταχθεί στο καθεστώς επισκέψεων πίσω από γυάλινο διαχωριστικό.

Ο ίδιος δηλώνει ότι περνά 22 ώρες την ημέρα κλεισμένος στο κελί του και πως η μοναδική του έξοδος αφορά τον προαυλισμό. Υποστηρίζει ακόμη ότι οι υπάλληλοι του ζητούν να επικοινωνεί μαζί τους, χωρίς όμως κανείς να πηγαίνει στο κελί του για να συζητήσει μαζί του.

«Αυτό είναι πραγματική παράνοια, ο τρόπος που μου φέρονται. Είμαι κλεισμένος στο κελί μου 22,5 ώρες την ημέρα. Αν θέλουν να μου μιλήσουν, αρκεί να έρθουν και να με ρωτήσουν αν θέλω να συζητήσουμε. Εδώ και 13 μήνες ούτε ένας υπάλληλος δεν ήρθε στο κελί μου για να μου μιλήσει», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η οικογένεια ζητά περισσότερα δικαιώματα

Παρά τη φρίκη των εγκλημάτων του, η οικογένειά του εξακολουθεί να τον στηρίζει. Ο ανιψιός του έχει αναλάβει εκστρατεία προκειμένου να διεκδικήσει περισσότερα δικαιώματα για τον θείο του, ενώ παράλληλα συγκεντρώνει 30.000 λίρες ώστε να χρηματοδοτηθεί η συγγραφή βιβλίου που θα περιγράφει τις δεκαετίες απομόνωσής του, τις οποίες χαρακτηρίζουν «βασανιστήριο». Μέχρι στιγμής, πάντως, η ανταπόκριση του κοινού είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, καθώς έχουν συγκεντρωθεί μόλις 833 λίρες, με τις δωρεές να αυξάνονται με πολύ αργό ρυθμό.

Βρετανία: Ο Λάρι υποδέχθηκε τον έβδομο πρωθυπουργό του

Το τραυματικό παρελθόν που, σύμφωνα με τους οικείους του, σημάδεψε τη ζωή του

Παρά τη φρίκη των εγκλημάτων του, όσοι βρίσκονται κοντά στον Ρόμπερτ Μόντσλεϊ υποστηρίζουν ότι η παιδική του ηλικία διαμόρφωσε καθοριστικά την ψυχική του κατάσταση, όπως αναφέρει η Daily Mail. Γεννήθηκε το 1953 στο Τόξτεθ του Λίβερπουλ ως το τέταρτο από τα 12 παιδιά μιας οικογένειας, οι γονείς της οποίας κατηγορήθηκαν για παραμέληση των παιδιών τους. Πολλά από αυτά απομακρύνθηκαν από τις κοινωνικές υπηρεσίες και ο ίδιος πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια του στο καθολικό ορφανοτροφείο Nazareth House, το οποίο διοικούνταν από μοναχές.

Όταν επέστρεψε στο πατρικό του σπίτι, υποστήριξε ότι υπέστη σκληρή σωματική κακοποίηση από τους γονείς του. Σε παλαιότερη μαρτυρία του είχε ισχυριστεί ότι ο πατέρας του τον κρατούσε κλειδωμένο σε ένα δωμάτιο για έξι μήνες και άνοιγε την πόρτα μόνο για να τον χτυπήσει τέσσερις έως έξι φορές την ημέρα. Αργότερα εθίστηκε στα ναρκωτικά, εκδιδόταν σε μεγαλύτερους άνδρες στο Λονδίνο και νοσηλεύτηκε περισσότερες από μία φορές σε ψυχιατρικά ιδρύματα έπειτα από απόπειρες αυτοκτονίας. Στους γιατρούς είχε αναφέρει ότι άκουγε φωνές που τον προέτρεπαν να σκοτώσει τους γονείς του, πριν επιστρέψει στους δρόμους της βρετανικής πρωτεύουσας.

Η πρώτη δολοφονία και η μεταφορά στο Μπρόντμορ

Η πρώτη δολοφονία διαπράχθηκε το 1974. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο εργάτης Τζον Φάρελ, που τον είχε προσεγγίσει για σεξουαλική συνεύρεση, του έδειξε φωτογραφίες παιδιών τα οποία είχε κακοποιήσει σεξουαλικά. Ο Μόντσλεϊ υποστήριξε ότι εξοργίστηκε και τον στραγγάλισε, πριν παραδοθεί μόνος του στις Αρχές και ομολογήσει το έγκλημα.

Κρίθηκε ακατάλληλος να δικαστεί και μεταφέρθηκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο υψίστης ασφαλείας Μπρόντμορ, στο Μπέρκσαϊρ, όπου αρχικά θεωρήθηκε υποδειγματικός τρόφιμος. Ωστόσο, το 1977, μαζί με έναν ακόμη ψυχοπαθή κρατούμενο, τον Ντέιβιντ Τσίζμαν, κράτησαν όμηρο έναν παιδόφιλο ασθενή, τον Ντέιβιντ Φράνσις. Οι δύο άνδρες οχυρώθηκαν για εννέα ώρες σε ένα κελί και τον βασάνισαν, ακόμη και με ηλεκτροσόκ, ενώ κατά διαστήματα τον σήκωναν ώστε οι φύλακες να βλέπουν από τη θυρίδα τα τραύματά του.

Όταν ανακτήθηκε η σορός του Φράνσις, μία ψυχιατρική νοσηλεύτρια ισχυρίστηκε ότι το κρανίο του ήταν σπασμένο «σαν βραστό αυγό» και ότι υπήρχε ένα κουτάλι μέσα σε αυτό. Η νεκροψία κατέληξε ότι ο άνδρας είχε στραγγαλιστεί και δεν εντοπίστηκαν στοιχεία κανιβαλισμού. Παρά ταύτα, η ιστορία αυτή ακολούθησε τον Μόντσλεϊ για το υπόλοιπο της ζωής του.

Το διπλό φονικό στη φυλακή και η απομόνωση

Μετά την καταδίκη του για ανθρωποκτονία εξ αμελείας μεταφέρθηκε από το ψυχιατρικό σύστημα στις φυλακές Γουέικφιλντ, γνωστές με το προσωνύμιο «Monster Mansion». Εκεί, το επόμενο έτος, ξεκίνησε η πλέον αιματηρή περίοδος της εγκληματικής του δράσης.

Πρώτο θύμα ήταν ο Σάλνεϊ Ντάργουντ, ο οποίος εξέτιε ποινή για τη δολοφονία της συζύγου του. Ο Μόντσλεϊ τον παρέσυρε στο κελί του, του έκοψε τον λαιμό και έκρυψε το πτώμα κάτω από το κρεβάτι του. Στη συνέχεια πέρασε το υπόλοιπο πρωινό αναζητώντας νέα θύματα. Άλλοι κρατούμενοι υποστήριξαν ότι έλεγε πως ήθελε να σκοτώσει επτά ανθρώπους εκείνη την ημέρα και ότι «είχε τρέλα στα μάτια του».

Το δεύτερο θύμα ήταν ο 56χρονος Μπιλ Ρόμπερτς, ο οποίος είχε καταδικαστεί για τη σεξουαλική κακοποίηση ενός επτάχρονου κοριτσιού. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Μόντσλεϊ τον χτύπησε στο κρανίο με αυτοσχέδιο μαχαίρι και στη συνέχεια χτυπούσε επανειλημμένα το κεφάλι του στον τοίχο του κελιού. Αφού ολοκλήρωσε τις επιθέσεις, μπήκε ήρεμος στο γραφείο της φυλακής, άφησε πάνω στο γραφείο το αιματοβαμμένο αυτοσχέδιο όπλο και είπε στους δεσμοφύλακες: «Στην καταμέτρηση θα λείπουν δύο».

Η καταδίκη του για διπλή δολοφονία σηματοδότησε την έναρξη της μακρόχρονης απομόνωσής του στις φυλακές Γουέικφιλντ. Κάθε φορά που έβγαινε από το κελί του συνοδευόταν από τέσσερις φύλακες, ενώ τα έπιπλά του ήταν κατασκευασμένα από συμπιεσμένο χαρτόνι ώστε να μην μπορεί να κατασκευάζει αυτοσχέδια όπλα. Η πόρτα του κελιού ήταν από πλεξιγκλάς για να παρακολουθείται με ασφάλεια από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και ο ίδιος παρέμενε κλεισμένος για 23 ώρες το 24ωρο. Η απομόνωση τον οδήγησε ακόμη και σε ανεπιτυχή δικαστική προσπάθεια να αποκτήσει το δικαίωμα να πεθάνει.

Η μεταγωγή στο Γουάιτμουρ και οι νέες καταγγελίες

Βρετανία: Τι σηματοδοτεί η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Μπέρναμ για ΕΕ και ΗΠΑ

Ύστερα από 47 χρόνια στις φυλακές Γουέικφιλντ, ο Μόντσλεϊ μεταφέρθηκε τον Απρίλιο του προηγούμενου έτους στις φυλακές Γουάιτμουρ, έπειτα από πολυήμερες απεργίες πείνας που πραγματοποίησε διαμαρτυρόμενος για την κατάσχεση της παιχνιδομηχανής PlayStation που διέθετε. Η μεταγωγή αυτή δυσκόλεψε και τις επισκέψεις των ηλικιωμένων αδελφών του και του ανιψιού του, καθώς πλέον απαιτείται πολύ μεγαλύτερο ταξίδι από το Λίβερπουλ και το Γιορκσάιρ.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο διοικητής της φυλακής αποφάσισε ότι δεν θα επιτρέπονται πλέον επισκέψεις και έτσι αισθάνεται ακόμη πιο απομονωμένος. Μέσα από την τηλεφωνική συνομιλία με τον ανιψιό του ανακοίνωσε ότι προτίθεται να ξεκινήσει νέα απεργία πείνας, υποστηρίζοντας πως είναι ο μοναδικός τρόπος να διαμαρτυρηθεί επειδή θεωρεί ότι υφίσταται απάνθρωπη μεταχείριση και διακρίσεις.

«Μου ζητούν να συνεργαστώ, αλλά δεν μου δίνουν την ευκαιρία»

Στην τηλεφωνική συνομιλία με τον ανιψιό του, ο Μόντσλεϊ εμφανίζεται ιδιαίτερα οργισμένος για τον τρόπο με τον οποίο, όπως υποστηρίζει, αντιμετωπίζεται στις φυλακές Γουάιτμουρ. Αναφέρει ότι όταν μεταφέρθηκε στη νέα φυλακή συνεργάστηκε με το προσωπικό, περνώντας μήνες διδάσκοντας σκάκι στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους της πτέρυγας όπου κρατείται. Όπως λέει, αυτό θα έπρεπε να ήταν αρκετό για να αξιολογηθεί ο κίνδυνος που ενδεχομένως αποτελεί για τους υπόλοιπους.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι από την πρώτη στιγμή είχε ξεκαθαρίσει πως θα δεχόταν να συμμετέχει σε κοινές δραστηριότητες με άλλους κρατούμενους, όχι όμως με άτομα που είχαν καταδικαστεί για σεξουαλικά εγκλήματα ή παιδεραστία. Παράλληλα, επισημαίνει ότι στις φυλακές Γουέικφιλντ, όπου κρατούνταν επί δεκαετίες, δεν ήταν υποχρεωμένος να παρακολουθεί συνεδρίες με ψυχολόγο ή άλλα προγράμματα αξιολόγησης.

Σύμφωνα με τον ίδιο, στο προηγούμενο σωφρονιστικό κατάστημα είχε καθημερινά μία ώρα προαυλισμού, μία ώρα γυμναστηρίου και χρόνο για ντους, ενώ όταν η κουζίνα ήταν διαθέσιμη μπορούσε να μαγειρεύει ένα μικρό γεύμα. Αντίθετα, όπως καταγγέλλει, στις φυλακές Γουάιτμουρ διαθέτει μόνο μία ώρα ημερησίως εκτός κελιού, την οποία η διοίκηση χαρακτηρίζει ως το «καθεστώς» του.

Ο Μόντσλεϊ υποστηρίζει ότι από την 1η Ιανουαρίου αποφάσισε να σταματήσει να διδάσκει σκάκι στους φύλακες και να χρησιμοποιεί όλο τον χρόνο του αποκλειστικά στον προαυλισμό. Εκτιμά ότι η απόφασή του αυτή ενόχλησε τη διοίκηση της φυλακής, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τον τιμώρησε με ακόμη αυστηρότερους περιορισμούς. Όπως λέει, οι υπάλληλοι τον κατηγορούν ότι δεν συνεργάζεται, ενώ ο ίδιος απαντά πως είναι εκείνοι που διαθέτουν τα κλειδιά του κελιού και θα έπρεπε να είναι αυτοί που θα αναζητούσαν διάλογο μαζί του.

Αυστηρότεροι περιορισμοί και αίτημα να παίζει σκάκι με άλλον ισοβίτη

Ο 73χρονος υποστηρίζει ακόμη ότι η αναβάθμιση του επιπέδου ασφαλείας του είχε ως αποτέλεσμα να αποκλειστεί από τον κοινό χώρο προαυλισμού, όπου υπάρχει κήπος και λιμνούλα με ψάρια. Πλέον, όπως αναφέρει, ασκείται αποκλειστικά στον χώρο απομόνωσης, ο οποίος περιβάλλεται από τοίχους ύψους περίπου έξι μέτρων και δεν του επιτρέπει να βλέπει ή να συνομιλεί με άλλους κρατούμενους.

Σύμφωνα με όσα περιγράφει, σε σχετική έκθεση η διεπιστημονική ομάδα που είναι υπεύθυνη για την παρακολούθησή του τον καλεί να συνεργάζεται με το προσωπικό προκειμένου να μειωθεί το επίπεδο περιορισμών που του έχουν επιβληθεί. Ο ίδιος, όμως, υποστηρίζει ότι ζήτησε να του επιτραπεί να συμμετέχει σε κοινές δραστηριότητες με δύο άλλους κρατούμενους, χωρίς ποτέ να λάβει απάντηση.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον Κέβαν Θάκραρ, ο οποίος εκτίει επίσης ποινή ισόβιας κάθειρξης για τη δολοφονία τριών ανδρών το 2008, κατά τη διάρκεια επίθεσης σε κατοικία στο Χερτφορντσάιρ που σχετιζόταν με ναρκωτικά. Όπως και ο Μόντσλεϊ, ο Θάκραρ έχει περάσει περισσότερο από μία δεκαετία σε καθεστώς απομόνωσης, μετά από επίθεση με μαχαίρι σε σωφρονιστική υπάλληλο και τον τραυματισμό ακόμη δύο δεσμοφυλάκων στις φυλακές Φράνκλαντ.

Ο Μόντσλεϊ σημειώνει ότι οι δύο τους είναι οι μοναδικοί κρατούμενοι της πτέρυγας F στις φυλακές Γουάιτμουρ που βρίσκονται σε αυτό το καθεστώς και εκτιμά ότι θα ήταν ωφέλιμο για την ψυχική τους υγεία να τους επιτραπεί να παίζουν μαζί μία παρτίδα σκάκι. Υπενθυμίζεται ότι ο Θάκραρ κέρδισε αποζημίωση μέσω της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έπειτα από προσφυγή για τις συνθήκες κράτησής του, κάτι που σύμφωνα με το δημοσίευμα θα μπορούσε να επιδιώξει και ο Μόντσλεϊ.

«Θέλω να αντιμετωπίζομαι με αξιοπρέπεια»

Ο κατά συρροή δολοφόνος υποστηρίζει ότι η νέα ψυχολόγος της φυλακής περιορίστηκε να του ανακοινώσει πως χρειάζεται νέα αξιολόγηση. Ο ίδιος απάντησε αρνούμενος να συμμετάσχει σε περαιτέρω ατομικές συνεδρίες και ξεκίνησε, όπως όλα δείχνουν, νέα απεργία πείνας μικρής διάρκειας, υποστηρίζοντας ότι οι αρχές επιχειρούν να τον λυγίσουν.

«Υπερασπίζομαι τα δικαιώματά μου. Θέλω να μου φέρονται ανθρώπινα, με αξιοπρέπεια και σεβασμό, και επειδή αγωνίζομαι γι’ αυτό έχουν ενοχληθεί. Είναι αστείο», αναφέρει χαρακτηριστικά στην τηλεφωνική του συνομιλία.

Παρά τους ισχυρισμούς του περί απάνθρωπης μεταχείρισης, το δημοσίευμα καταλήγει ότι δύσκολα μπορεί να υπάρξει συμπάθεια απέναντι στον Μόντσλεϊ, καθώς οι αναφορές του στην αξιοπρέπεια, στο σκάκι ή στις βόλτες γύρω από τη λιμνούλα της φυλακής επισκιάζονται από την ακραία βιαιότητα με την οποία δολοφόνησε τα θύματά του.

Tags
Back to top button