Η σημαντική επιδείνωση της θνησιμότητας στα πρώτα χρόνια της πανδημίας του κορωνοϊού είναι γνωστή. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι συνέβη στη συνέχεια. Σε ορισμένες χώρες, τα έτη 2023–2024 καταγράφηκαν επίπεδα θανάτων χαμηλότερα από τα αναμενόμενα με βάση τις προ πανδημίας τάσεις. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και η Ελλάδα.
Άραγε η μείωση της θνησιμότητας που παρατηρήθηκε το 2023 και το 2024 τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες αντιπροσώπευε μια επιστροφή στις προ της πανδημίας τάσεις ή συνδεόταν με μια προσωρινή μείωση των θανάτων μεταξύ ευάλωτων ατόμων τα οποία πέθαναν νωρίτερα από το αναμενόμενο κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ένα φαινόμενο γνωστό ως μετακύλιση ή μετατόπιση θνησιμότητας; Αυτό το ερώτημα κλήθηκε να απαντήσει η ανάλυση Global Assessment of COVID-19 Mortality Displacement From 2020 to 2024 (Παγκόσμια Αξιολόγηση Μετακύλισης Θνησιμότητας λόγω COVID-19 2020-2024), σύμφωνα με το ygeiamou.gr.
Η ανάλυση στοιχείων από 34 χώρες για την περίοδο 2015–2024 εξετάζει αν αυτή η μεταγενέστερη μείωση μπορεί να συνδέεται με το φαινόμενο της «μετακύλισης της θνησιμότητας» (mortality displacement). Ο όρος περιγράφει την πιθανότητα άτομα που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου, κυρίως ηλικιωμένοι ή άτομα με σοβαρά υποκείμενα νοσήματα, να κατέληξαν νωρίτερα κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αντί να αποβιώσουν τα επόμενα χρόνια.
Κορονοϊός: Τα κύτταρα «ζόμπι» μένουν χρόνια μετά την ασθένεια
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, σημαντική ένδειξη μετακύλισης καταγράφηκε σε τρεις από τις 34 χώρες: Την Ελλάδα, τη Λετονία και την Πολωνία. Στην ελληνική περίπτωση, εκτιμάται ότι περίπου το 10% της μεταπανδημικής μείωσης της θνησιμότητας ενδέχεται να σχετίζεται με αυτόν τον μηχανισμό.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι η μετακύλιση δεν αποτελεί τη μοναδική εξήγηση. Η θνησιμότητα επηρεάζεται από δημογραφικούς παράγοντες, τη δομή ηλικίας του πληθυσμού, την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και τις αλλαγές που ακολούθησαν μετά το τέλος της υγειονομικής κρίσης. Ωστόσο, το εύρημα θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: Kατά πόσο οι ομάδες υψηλού κινδύνου είχαν την επαρκή φροντίδα στα πρώτα χρόνια της πανδημίας.
Αντίθετα, η Νέα Ζηλανδία παρουσίασε συνολικά επίπεδα θνησιμότητας χαμηλότερα των αναμενόμενων ακόμη και κατά την πρώτη φάση της πανδημίας, γεγονός που αποδίδεται στις αυστηρές στρατηγικές δημόσιας υγείας που εφαρμόστηκαν.
Η αποτίμηση της πανδημίας δεν σταματά στην περίοδο 2020–2022. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι συνέπειες ενδέχεται να αποτυπώνονται και στα επόμενα χρόνια, ιδίως ως προς τις πιο ευάλωτες ομάδες. Η ανάλυση της θνησιμότητας λειτουργεί έτσι ως καθρέφτης των πραγματικών επιπτώσεων μιας κρίσης που επηρέασε βαθιά τη δημογραφική και υγειονομική εικόνα των χωρών.