Σαφείς αποστάσεις από το ενδεχόμενο μιας άμεσης διπλωματικής σύγκλισης με την Ουκρανία κράτησε το Κρεμλίνο, αναγνωρίζοντας ωστόσο τον διαμεσολαβητικό ρόλο της Άγκυρας. Ο εκπρόσωπος της ρωσικής προεδρίας, Ντμίτρι Πεσκόφ, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη της Μόσχας προς την Τουρκία για την πρόθεσή της να συμβάλει στην ειρηνική διευθέτηση της κρίσης, διευκρινίζοντας εντούτοις ότι οι συνθήκες δεν ευνοούν επί του παρόντος την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.
Το ουκρανικό ζήτημα και οι κυβερνητικές αλλαγές στο Κίεβο
Σύμφωνα με τον κ. Πεσκόφ, η Ρωσία παραμένει καταστατικά ανοιχτή στον διάλογο, πλην όμως δεν διακρίνονται άμεσες προοπτικές για την επανέναρξη των συνομιλιών. Ο εκπρόσωπος του Βλαντίμιρ Πούτιν υποστήριξε ότι η ηγεσία της Ουκρανίας γνωρίζει επακριβώς τις αποφάσεις που απαιτούνται για την επίτευξη συμβιβασμού.
Σχολιάζοντας τις πρόσφατες εσωτερικές κυβερνητικές μεταβολές στο Κίεβο και την επιλογή του νέου υπουργού Άμυνας, ο Ρώσος αξιωματούχος υποβάθμισε τη σημασία τους:
Θεσμική αδιαφορία: Τόνισε ότι οι ανασχηματισμοί στο ουκρανικό υπουργικό συμβούλιο στερούνται δομικής σημασίας για τη Μόσχα.
Λήψη αποφάσεων: Υπογράμμισε ότι η ουσία εντοπίζεται αποκλειστικά στο ποιο πρόσωπο εντός της Ουκρανίας θα αναλάβει την ευθύνη να υπογράψει μια τελική ειρηνευτική συμφωνία.
Αναφερόμενος στην εγχώρια οικονομία, ο κ. Πεσκόφ τη χαρακτήρισε γενικά σταθερή, παραδεχόμενος ωστόσο ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης υπολείπονται των αναγκών, σε ένα περιβάλλον γενικευμένης πίεσης για την παγκόσμια αγορά.
Προειδοποιήσεις για τη Μέση Ανατολή και τη στάση των ΗΠΑ
Παράλληλα, το Κρεμλίνο εξέφρασε έντονη ανησυχία για τον νέο κύκλο αστάθειας γύρω από την ιρανική κρίση, προειδοποιώντας για τις σοβαρές επιπτώσεις που ενδέχεται να επιφέρει στη διεθνή οικονομία.
Ο κ. Πεσκόφ επιβεβαίωσε ότι η Μόσχα διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη, αν και διευκρίνισε ότι δεν έχει υποβληθεί αίτημα για τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ των προέδρων των δύο χωρών.
Τέλος, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου άφησε αιχμές για τη διπλωματική προσέγγιση της Ουάσινγκτον στις διεθνείς κρίσεις, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι σύνθετα γεωπολιτικά ζητήματα δεν είναι δυνατόν να επιλυθούν μέσω μιας απλής επιχειρηματικής «συμφωνίας» (deal), αλλά απαιτούν μακροχρόνιες, περίπλοκες και πολυεπίπεδες διαδικασίες διευθέτησης.