Η αμερικανική διπλωματία ανακατεύει την τράπουλα. Το τετ α τετ της πρέσβειρας των ΗΠΑ με τον πρώην πρωθυπουργό φέρνει απρόσμενους πονοκεφάλους στο κυβερνητικό επιτελείο.
Στη σκληρή γλώσσα της διπλωματίας, ένας καφές δεν είναι ποτέ απλώς ένας καφές. Ειδικά όταν στο ίδιο τραπέζι κάθονται η Αμερικανίδα πρέσβειρα στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, και ο Αντώνης Σαμαράς. Η είδηση της συνάντησής τους έπεσε σαν βαρίδι στους διαδρόμους του Μεγάρου Μαξίμου, προκαλώντας μια αμήχανη σιωπή που πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε κακοκρυμμένο εκνευρισμό.
Το πολιτικό θερμόμετρο στο εσωτερικό της παράταξης βρίσκεται ήδη σε οριακό σημείο. Το να εμφανίζεται η αμερικανική διπλωματία στο πλευρό του Μεσσήνιου πολιτικού σε μια τόσο ρευστή συγκυρία, αποτελεί μια κίνηση που οι ένοικοι της κυβερνητικής έδρας δυσκολεύονται να χωνέψουν.
Το αμερικανικό ραντάρ και ο παίκτης με το ειδικό βάρος
Οι Αμερικανοί γνωρίζουν άριστα πώς να διαβάζουν τον χάρτη της Αθήνας και δεν κάνουν κινήσεις εθιμοτυπίας χωρίς να ζυγίσουν τα μηνύματα. Η απόφαση της Γκίλφοϊλ να συναντήσει τον πρώην πρωθυπουργό δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε ανοιχτή πολιτική στήριξη, αποτελεί όμως ξεκάθαρη αναγνώριση. Στα μάτια της αμερικανικής διοίκησης, ο Αντώνης Σαμαράς παραμένει ένας παράγοντας με ειδικό βάρος. Ένας άνθρωπος που επηρεάζει τις εξελίξεις, διαμορφώνει ισορροπίες και εκφράζει ένα συγκεκριμένο, στιβαρό ακροατήριο.
Αυτό ακριβώς το μήνυμα είναι που προκάλεσε ταχυκαρδία στην κυβέρνηση. Η διπλωματική επικύρωση της ισχύος του λειτουργεί ως μια ψυχρή υπενθύμιση πως το γεωπολιτικό και εσωτερικό παιχνίδι δεν παίζεται αποκλειστικά με τους κανόνες και τις προτιμήσεις της σημερινής ηγεσίας.
Η ενόχληση για την υποτιθέμενη παρέμβαση
Το πιο διασκεδαστικό, ωστόσο, κομμάτι της υπόθεσης είναι η αντίδραση των ίδιων των κυβερνητικών στελεχών. Στα πηγαδάκια άρχισαν ήδη οι διαρροές και οι ψίθυροι περί αμερικανικής παρέμβασης στα εσωτερικά πράγματα, σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη στιγμή. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς αλλάζουν οι ορισμοί. Όταν οι επαφές με τους ξένους διπλωμάτες εξυπηρετούν το επίσημο αφήγημα, βαφτίζονται αυτομάτως στρατηγικές συμμαχίες και ψήφος εμπιστοσύνης. Όταν όμως το ραντεβού κλείνεται με έναν ισχυρό εσωτερικό πόλο, τότε ξαφνικά το σύστημα ανακαλύπτει παρεμβάσεις και σκιερές προθέσεις.
Η πραγματικότητα παραμένει κυνική. Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, εκπροσωπώντας την απόλυτα ρεαλιστική γραμμή της αμερικανικής διοίκησης, φροντίζει να συνομιλεί με όσους διαθέτουν πραγματική επιρροή. Το Μαξίμου καλείται πλέον να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι ο υπερατλαντικός παράγοντας δεν μοιράζει λευκές επιταγές, αλλά κρατά τις πόρτες του ανοιχτές σε όσους ξέρουν πώς να στέκονται στην πολιτική σκακιέρα.