Κατηγορηματικά αντίθετη εμφανίζεται η γερμανική κυβέρνηση στην πρόταση του Βλαντίμιρ Πούτιν να αναλάβει ο πρώην καγκελάριος, Γκέρχαρντ Σρέντερ, τον ρόλο του κεντρικού διαμεσολαβητή σε ενδεχόμενες ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ της Ρωσίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το ζήτημα της Ουκρανίας.
Η διπλωματική κινητικότητα πυροδοτήθηκε έπειτα από πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα. Ο Ευρωπαίος αξιωματούχος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξει χώρος για απευθείας διαπραγματεύσεις, με αντικείμενο τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Απαντώντας σε αυτή την προοπτική, ο Ρώσος πρόεδρος τοποθετήθηκε το Σάββατο, δηλώνοντας ότι εάν ξεκινήσει ένας τέτοιος διάλογος, ο κ. Σρέντερ αποτελεί την απόλυτη προτιμώμενη επιλογή του για τον συντονισμό.
Η απάντηση του Βερολίνου και η «δοκιμασία» της εκεχειρίας
Η αντίδραση της γερμανικής πλευράς υπήρξε άμεση και αιχμηρή. Γερμανός αξιωματούχος που μίλησε στο πρακτορείο Reuters υπό τον όρο της ανωνυμίας, απέρριψε την ιδέα ως απολύτως αναξιόπιστη, τονίζοντας ότι το Κρεμλίνο δεν έχει μετακινηθεί ούτε χιλιοστό από τις μαξιμαλιστικές του θέσεις.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, εάν η Μόσχα επιθυμεί να δείξει ένα πρώτο, σοβαρό δείγμα γραφής, οφείλει να συναινέσει στην παράταση της τριήμερης κατάπαυσης του πυρός που πρότεινε ο Ντόναλντ Τραμπ.
Παράλληλα, το Βερολίνο κατηγορεί ευθέως τον Βλαντίμιρ Πούτιν ότι ρίχνει στο τραπέζι προσχηματικές προτάσεις, με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει διχασμό και ρήγματα στο εσωτερικό της δυτικής συμμαχίας.
Το αμφιλεγόμενο παρελθόν του Σρέντερ και η ευρωπαϊκή γραμμή
Το πρόσωπο του Γκέρχαρντ Σρέντερ αποτελεί εδώ και χρόνια «κόκκινο πανί» για το γερμανικό πολιτικό σύστημα, εξαιτίας των στενών, προσωπικών και επιχειρησιακών του δεσμών με τη ρωσική ηγεσία. Αμέσως μετά την αποχώρησή του από την καγκελαρία το 2005, ανέλαβε κορυφαίες θέσεις σε ρωσικούς ενεργειακούς κολοσσούς και στη διαχείριση των αγωγών φυσικού αερίου, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων.
Ήδη από την Παρασκευή, ο επίσημος εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης είχε καταστήσει σαφές ότι δεν διαπιστώνονται πραγματικές ενδείξεις ρωσικής βούλησης για ειλικρινή διάλογο.
Υπογράμμισε, δε, ότι οποιαδήποτε μελλοντική συζήτηση ανάμεσα στις Βρυξέλλες και τη Μόσχα δεν πρόκειται να γίνει αυτόνομα, αλλά απαιτεί τον απόλυτο συντονισμό με τα κράτη-μέλη της ΕΕ και, πρωτίστως, με την ίδια την κυβέρνηση της Ουκρανίας.