Σε οριακό σημείο βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν, προκειμένου να κλείσουν την πρώτη φάση της ειρηνευτικής συμφωνίας, που θα βάλει τέλος στις εχθροπραξίες και θα αποκαταστήσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Πέρα από τις δυσκολίες και τα εμπόδια που θέτει στις συζητήσεις η Τεχεράνη, η Ουάσινγκτον φαίνεται πως το τελευταίο διάστημα ανησυχεί και για κάτι επιπλέον, καθώς πρόσφατες εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών έχουν φέρει στην επιφάνεια το ενδεχόμενο ισραηλινές κατασκοπευτικές υπηρεσίες να παρακολουθούν τους Αμερικανούς διαπραγματευτές που εργάζονται για το deal με το Ιράν.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ των New York Times, το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες γνώριζαν επί δεκαετίες - και σε μεγάλο βαθμό ανέχονταν - ότι η μία χώρα κατασκόπευε την άλλη. Ωστόσο, σύμφωνα με ορισμένους Αμερικανούς αξιωματούχους που επικαλείται η εφημερίδα, η εντατικοποιημένη προσπάθεια του Ισραήλ το τελευταίο διάστημα να αποκτήσει πληροφορίες για τις αμερικανικές θέσεις στις συνομιλίες με το Ιράν έχει φτάσει - αν δεν έχει ξεπεράσει κιόλας - σε οριακό σημείο.
Κεντρικό πρόσωπο ο Γουίτκοφ, αναβαθμίστηκε το επίπεδο αντικατασκοπευτικής απειλής
Οι σχετικές εκθέσεις παρουσιάζουν τις ανησυχίες ότι το Ισραήλ έχει ενισχύσει τις προσπάθειές του να υποκλέπτει επικοινωνίες ανώτερων Αμερικανών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων ο επικεφαλής διαπραγματευτής του προέδρου Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, ο ανώτατος αξιωματούχος πολιτικής του Πενταγώνου, Έλμπριτζ Κόλμπι, καθώς και ένας από τους βασικούς αναπληρωτές του, ο Μάικλ ΝτιΜίνο.
Ενδεικτικό της σοβαρότητας της κατάστασης για την Ουάσινγκτον, είναι το γεγονός πως μια άλλη έκθεση, η οποία συντάχθηκε από την Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας (DIA)και άλλες στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών και επικεντρώνεται σε γεγονότα που εκτείνονται αρκετά χρόνια πίσω, αναφέρει ότι το επίπεδο αντικατασκοπευτικής απειλής που αποδίδεται σήμερα στο Ισραήλ αυξήθηκε τις τελευταίες εβδομάδες στο ανώτατο επίπεδο, από «υψηλό» σε «κρίσιμο».
Η έκθεση, στην οποία συνέβαλε και η Υπηρεσία Αντικατασκοπείας και Ασφάλειας του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ, περιγράφει διάφορες προσπάθειες του Ισραήλ να συλλέξει πληροφορίες για Αμερικανούς στρατιωτικούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους.
Οι εκθέσεις και η αυξανόμενη ανησυχία για τις ισραηλινές κατασκοπευτικές δραστηριότητες εμφανίζονται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη χρονική συγκυρία. Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στραφεί από κοινού εναντίον του Ιράν και ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν τόσο στενό επίπεδο στρατιωτικού συντονισμού όσο σήμερα, με Ισραηλινούς αξιωματικούς να εργάζονται δίπλα στους Αμερικανούς ομολόγους τους στη Διοίκηση Κεντρικής Περιοχής των ΗΠΑ (CENTCOM) και τον αμερικανικό στρατό να μοιράζεται τεράστιο όγκο τακτικών και επιχειρησιακών πληροφοριών με το Ισραήλ.
Ωστόσο, ανώτεροι Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι το Ισραήλ επιδιώκει να αποκτήσει εικόνα για τη στρατηγική του Τραμπ και τις μεταβαλλόμενες θέσεις του στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.
Η νέα προειδοποίηση ενδέχεται να περιπλέξει περαιτέρω τις προσπάθειες εμβάθυνσης του στρατιωτικού σχεδιασμού μεταξύ της CENTCOM και του Ισραήλ, ειδικά εάν το Πεντάγωνο αποφασίσει να επιβάλει νέους περιορισμούς στην ανταλλαγή πληροφοριών με Ισραηλινούς αξιωματικούς.
Ήδη υπάρχουν εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών, οι οποίες διαρρέουν συχνά - πυκνά στον Τύπο, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μια ειρηνευτική συμφωνία, ενώ την ίδια στιγμή ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου θέλει, ξεκάθαρα, να αποδυναμώσει περαιτέρω τις δυνατότητες του Ιράν, να εξασθενήσει ή ακόμη και να ανατρέψει το θεοκρατικό καθεστώς της χώρας και να πλήξει τη λιβανέζικη Χεζμπολάχ, βασικό σύμμαχο της Τεχεράνης στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Τι εντόπισαν Αμερικανοί στρατιωτικοί που υπηρετούσαν στο Ισραήλ
Η έκθεση της DIA συντάχθηκε μετά από περιστατικά κατά τα οποία Αμερικανοί στρατιωτικοί που υπηρετούσαν στο Ισραήλ εντόπισαν ότι είχε εγκατασταθεί κρυφά στα κινητά τους τηλέφωνα λογισμικό υποκλοπής επικοινωνιών.
Η συγκεκριμένη έκθεση και η αναβάθμιση του επιπέδου απειλής είχαν αναφερθεί νωρίτερα από το NBC News, ωστόσο το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ αρνήθηκε να σχολιάσει, ενώ αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, υπό τον όρο της ανωνυμίας, χαρακτήρισε τις πληροφορίες ανακριβείς.
Εκπρόσωπος της ισραηλινής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον αμφισβήτησε επίσης τους ισχυρισμούς ότι το Ισραήλ συνιστά «αντικατασκοπευτική απειλή», δηλώνοντας ότι η χώρα του δεν κατασκοπεύει Αμερικανούς αξιωματούχους ή αμερικανικούς φορείς.
Παρόμοια «απειλή» μόνο η Νότια Κορέα
Τις εξελίξεις περιέγραψαν αρκετοί νυν και πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι, οι οποίοι μίλησαν στους New York Times υπό καθεστώς ανωνυμίας λόγω της ευαισθησίας των πληροφοριών. Όπως ανέφεραν, σε ορισμένα επίπεδα η νέα προειδοποίηση δεν αποτελεί έκπληξη. Το Ισραήλ διατηρεί εδώ και χρόνια επιθετικές επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών τόσο εναντίον αντιπάλων όσο και εναντίον συμμάχων του, όπως ακριβώς πράττουν και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Παρ’ όλα αυτά, το επίπεδο αντικατασκοπευτικής απειλής που αποδίδεται σήμερα στο Ισραήλ είναι υψηλότερο από οποιουδήποτε άλλου συμμάχου των ΗΠΑ και υψηλότερο ακόμη και από ορισμένες αντίπαλες χώρες. Μεταξύ των συμμάχων της Ουάσιγκτον, μόνο η Νότια Κορέα, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις κατατάσσεται επίσης στην κατηγορία «υψηλού κινδύνου», πλησιάζει τα επίπεδα ανησυχίας που προκαλούν οι ισραηλινές κατασκοπευτικές δραστηριότητες.
Ένας ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος χαρακτήρισε «εκτός ελέγχου» την «επιθετικότητα» των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών απέναντι σε κορυφαίους Αμερικανούς αξιωματούχους κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ.
Δύο ανώτεροι Αμερικανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι το προσωπικό των ΗΠΑ, ιδιαίτερα όσοι υπηρετούν στο Ισραήλ ή συνεργάζονται στενά με Ισραηλινούς αξιωματούχους, γνώριζαν ήδη τους κινδύνους αντικατασκοπείας πριν από τη δημοσιοποίηση της νέας έκθεσης. Μάλιστα, ανέφεραν ότι το αμερικανικό προσωπικό εφαρμόζει σειρά μέτρων ασφαλείας και ειδικών πρωτοκόλλων για την προστασία κινητών τηλεφώνων και άλλων ηλεκτρονικών συσκευών, ιδίως κατά τη διάρκεια ταξιδιών στο Ισραήλ, χωρίς όμως να αποκαλύψουν περισσότερες λεπτομέρειες για λόγους ασφαλείας.
Η συνεργασία των δύο στρατών παραμένει εξαιρετικά στενή, ωστόσο κάθε πλευρά οφείλει να διαφυλάσσει τις πιο ευαίσθητες πληροφορίες της. Στο Κέντρο Πολιτικοστρατιωτικού Συντονισμού υπό αμερικανική ηγεσία στην Κιριάτ Γκατ του Ισραήλ, για παράδειγμα, Αμερικανοί και Ισραηλινοί στρατιωτικοί και διπλωμάτες εργάζονται δίπλα-δίπλα για την εφαρμογή της εκεχειρίας στη Γάζα και τη διευκόλυνση ανθρωπιστικών αποστολών. Το κτίριο διαθέτει, όμως, και ξεχωριστό όροφο αποκλειστικά για Αμερικανούς και αντίστοιχο αποκλειστικά για Ισραηλινούς, όπου μπορούν να συζητούν ζητήματα ύψιστης διαβάθμισης.
Τα περιστατικά άρχισαν να εντείνονται από τα τέλη του 2024
Σύμφωνα με την έκθεση, τα περιστατικά αντικατασκοπείας άρχισαν να αυξάνονται στα τέλη του 2024, όταν η κυβέρνηση Μπάιντεν πίεζε το Ισραήλ να περιορίσει τις αιματηρές επιχειρήσεις του στη Γάζα, και συνεχίστηκαν μέσα στο 2025, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ εξέταζε διάφορα σενάρια στρατιωτικής δράσης κατά του Ιράν.
Το έγγραφο, στο οποίο συνέβαλαν πολλές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών, καταγράφει επίσης μια σειρά περιστατικών των τελευταίων ετών. Το 2021, αξιωματικοί των ισραηλινών στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών φέρονται να εντοπίστηκαν να τοποθετούν συσκευές παρακολούθησης στα κεντρικά γραφεία της DIA. Πέρυσι, στελέχη της Σιν Μπετ, της εσωτερικής υπηρεσίας πληροφοριών του Ισραήλ, φέρονται να επιχείρησαν να εγκαταστήσουν συσκευή υποκλοπής σε όχημα της Μυστικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ.
Παρότι η έκθεση της DIA δεν αναφέρεται ρητά στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, άλλες πρόσφατες εκθέσεις πληροφοριών εκφράζουν ανησυχία ότι ισραηλινές υπηρεσίες παρακολουθούν τον Στιβ Γουίτκοφ και άλλους κορυφαίους διαπραγματευτές που προσπαθούν να καταλήξουν σε μια μακροπρόθεσμη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Πρώην ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος με μακρά εμπειρία στις σχέσεις με το Ισραήλ τόνισε ότι η τάση ορισμένων υψηλόβαθμων στελεχών της κυβέρνησης Τραμπ να ταξιδεύουν με ιδιωτικά αεροσκάφη, να χειρίζονται ζητήματα εθνικής ασφάλειας μέσω προσωπικών τηλεφώνων και να απορρίπτουν την υποστήριξη των αμερικανικών πρεσβειών στο εξωτερικό, τους καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτους στόχους για υπηρεσίες πληροφοριών, είτε συμμαχικών είτε αντίπαλων χωρών.
Και άλλοι νυν αξιωματούχοι αναγνώρισαν ότι η χρήση προσωπικών κινητών τηλεφώνων από κορυφαία στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης διευκολύνει σημαντικά τις προσπάθειες παρακολούθησής τους.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ξεκίνησαν τον πόλεμο με το Ιράν, στο τέλος Φεβρουαρίου, έχοντας σε μεγάλο βαθμό κοινές επιδιώξεις, καθώς ο Τραμπ είχε υιοθετήσει τον μακροχρόνιο στόχο του Νετανιάχου για απομάκρυνση του θεοκρατικού καθεστώτος από την εξουσία. Ωστόσο, οι επιδιώξεις των δύο χωρών άρχισαν γρήγορα να αποκλίνουν. Οι ΗΠΑ επικεντρώθηκαν περισσότερο στην αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν ώστε να εξαναγκαστεί σε παραχωρήσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ενώ το Ισραήλ ήλπιζε ότι η σκληροπυρηνική ηγεσία της Τεχεράνης θα έχανε τον έλεγχο της εξουσίας.
Δεν είναι απολύτως σαφές, σύμφωνα με τους Times, γιατί ο Έλμπριτζ Κόλμπι, ως επικεφαλής χάραξης πολιτικής του Πενταγώνου, αποτελεί στόχο παρακολούθησης, ωστόσο θεωρείται ένας από τους πιο προβεβλημένους υποστηρικτές μιας πιο συγκρατημένης αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Μάικλ ΝτιΜίνο, από την άλλη πλευρά, είναι υπεύθυνος για τη διαμόρφωση της πολιτικής του Πενταγώνου για τη Μέση Ανατολή, γεγονός που - προφανώς - τον καθιστά πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για το Ισραήλ.