Η εποχή που οι ανεπιθύμητες προωθητικές κλήσεις αντιμετωπίζονταν ως μια απλή, καθημερινή ενόχληση χωρίς συνέπειες φαίνεται πως φτάνει στο τέλος της. Μια απόφαση-σταθμός του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έρχεται να ταράξει τα νερά στην αγορά, επιδικάζοντας αποζημίωση-μαμούθ 20.000 ευρώ σε πολίτη για μόλις δύο τηλεφωνήματα που δέχθηκε μέσα στην ίδια ημέρα από εταιρεία ενέργειας.
Η υπόθεση αυτή αποδεικνύει ότι η καταστρατήγηση της ιδιωτικότητας και η αδιαφορία για τα θεσμικά «στοπ» των καταναλωτών μπορούν να κοστίσουν εξαιρετικά ακριβά στις επιχειρήσεις, μετατρέποντας το τηλεφωνικό spam από ανεκτό επιχειρησιακό ρίσκο σε σοβαρό νομικό εφιάλτη.
Η «ταρίφα» των 10.000 ευρώ ανά κλήση και ο Νόμος 3471/2006
Παρότι η συζήτηση για τα προσωπικά δεδομένα περιστρέφεται συνήθως γύρω από τον ευρωπαϊκό κανονισμό GDPR, το νομικό "όπλο" απέναντι στις ενοχλητικές κλήσεις βρίσκεται στον ελληνικό Νόμο 3471/2006, ο οποίος ενσωμάτωσε την ευρωπαϊκή οδηγία ePrivacy.
Το άρθρο 14 του συγκεκριμένου νόμου κρύβει μια κρίσιμη διάταξη: ορίζει ως ελάχιστο ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τα 10.000 ευρώ για κάθε παράνομη παραβίαση. Με απλά λόγια, κάθε κλήση που πραγματοποιείται προς αριθμό που είναι επίσημα εγγεγραμμένος στο Μητρώο του Άρθρου 11 (τη λίστα όπου οι πολίτες δηλώνουν ρητά ότι δεν επιθυμούν διαφημιστικές οχλήσεις) «κοστολογείται» από τον νόμο με τουλάχιστον πενταψήφιο νούμερο.
Η πρόσφατη απόφαση (18995/2026) του δικαστηρίου της Θεσσαλονίκης εφάρμοσε ακριβώς αυτό το πλαίσιο. Μάλιστα, τα 6.000 ευρώ από το συνολικό ποσό κρίθηκαν προσωρινά εκτελεστά, υποχρεώνοντας την εταιρεία να τα καταβάλει άμεσα, ακόμη και αν ασκήσει έφεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η δικαστική διαδικασία κινήθηκε με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς, καθώς η αγωγή κατατέθηκε τον Ιανουάριο του 2026 και η απόφαση εκδόθηκε στα τέλη Ιουνίου, ακολουθώντας την ειδική, ταχύτερη διαδικασία.
Η κατάρριψη των «τεχνικών δικαιολογιών»
Στη δικαστική αίθουσα, οι εταιρείες επιχειρούν συχνά να υπερασπιστούν τις πρακτικές τους επικαλούμενες τεχνικά ζητήματα, όπως η «τυχαία πληκτρολόγηση» ή η αυτόματη παραγωγή αριθμών από λογισμικό, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε δόλος. Ωστόσο, η νομική πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Σύμφωνα με τους ειδικούς νομικούς παραστάτες τέτοιων υποθέσεων, τα σύγχρονα συστήματα τηλεφωνικών κλήσεων διαθέτουν την τεχνολογία να διασταυρώνουν αυτόματα τα δεδομένα με το Μητρώο του Άρθρου 11, εξαιρώντας τους εγγεγραμμένους πολίτες.
Παράλληλα, τα δικαστήρια απορρίπτουν τη μετακύλιση ευθυνών σε εξωτερικά τηλεφωνικά κέντρα (call centers) με τα οποία συνεργάζονται οι πάροχοι. Απέναντι στον πολίτη και τη Δικαιοσύνη, αποκλειστικά υπεύθυνος παραμένει ο «υπεύθυνος επεξεργασίας», δηλαδή η τελική εταιρεία για λογαριασμό της οποίας γίνεται η διαφήμιση. Οποιαδήποτε διαφορά με τον εξωτερικό εργολάβο αποτελεί αυστηρά εσωτερικό ζήτημα των επιχειρήσεων.
Τα βήματα της δικαίωσης
Η θεμελίωση μιας τέτοιας απαίτησης αποδεικνύεται νομικά εφικτή με απλά αποδεικτικά μέσα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο πολίτης προσκόμισε τη βεβαίωση έγκαιρης εγγραφής του στο Μητρώο 11, τα αρχεία των εισερχόμενων κλήσεων που επιβεβαίωναν τα τηλεφωνήματα μέσα στην ίδια ημέρα, καθώς και ένορκη βεβαίωση για την αποδεδειγμένη αναστάτωση που υπέστη.
Με τη νομολογία να σταθεροποιείται γύρω από τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι πολίτες φαίνεται πως περνούν από την παθητική αγανάκτηση στην ενεργή διεκδίκηση, στέλνοντας το μήνυμα ότι η προστασία της ιδιωτικότητας δεν είναι διαπραγματεύσιμη.