Στις 12 Οκτωβρίου του 1904, ο Μακεδονομάχος Παύλος Μελάς φθάνει με τους άνδρες του έξω από τη Στάτιτσα – σημερινό χωριό Μελάς της Καστοριάς.
Έπειτα από μια δύσκολη αναμέτρηση στον Πολυπόταμο Νερέτ, έψαχνε ένα ήσυχος μέρος για να ξεκουραστεί με τους αντάρτες του. Για κακή του τύχη το χωριό διέθετε οργανωμένο βουλγαρικό πυρήνα. Έτσι, ο κομ...
Ο θάνατος του Παύλου Μελά στις 13 Οκτωβρίου 1904 στο χωριό Στάτιστα (σημερινός Μελάς) Καστοριάς παραμένει ιστορικά αδιευκρίνιστος μέχρι σήμερα, καθώς οι επίσημες πηγές και οι μαρτυρίες της εποχής δίνουν διαφορετικές εκδοχές.
Σύμφωνα με την επικρατούσα επίσημη εκδοχή των συντρόφων του (όπως ο Λάκης Πύρζας), ο Μελάς χτυπήθηκε από εχθρικό τουρκικό πυρά κατά τη διάρκεια της συμπλοκής με απόσπασμα του οθωμανικού στρατού.
Υπάρχουν αναφορές και εκτιμήσεις που υποστηρίζουν ότι ο μοιραίος πυροβολισμός μπορεί να προήλθε είτε από τυχαία εκπυρσοκρότηση όπλου κάποιου εκ των συντρόφων του (π.χ. του Λάκη Πύρζα) είτε από σύγχυση μέσα στη μάχη.
Ο 24χρονος Ντίνας (Κωνσταντίνος) Στεργίου, ένας ντόπιος που είχε ενταχθεί στην ομάδα και είχε προηγουμένως σχέσεις με την πλευρά του κομιτατζή Μήτρου Βλάχου, βρισκόταν στο ίδιο σπίτι.
Σύμφωνα με μαρτυρίες (όπως από ημερολόγια της εποχής), υπήρξαν στιγμές που αναφέρθηκε πως παρότρυνε να αποτελειωθεί ο βαριά τραυματισμένος καπετάνιος για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των διωκτών του.
Ορισμένες θεωρίες κάνουν λόγο για επιθυμία του ίδιου να μη συλληφθεί αιχμάλωτος.
Η επικρατούσα ιστορική εκδοχή δείχνει τον Βούλγαρο αρχικομιτατζή Μήτρο Βλάχο, ο οποίος έστειλε ψεύτικο γράμμα στον Οθωμανό διοικητή της Καστοριάς.
Το γράμμα ανέφερε ψευδώς ότι στο χωριό βρισκόταν ο ίδιος ο Μήτρος Βλάχος με την ομάδα του, παρασύροντας έτσι τον τουρκικό στρατό να κυκλώσει άμεσα το χωριό για να τον συλλάβει, γνωρίζοντας ότι στην πραγματικότητα εκεί κρυβόταν ο Μελάς.
Τι απέγινε το σώμα και το κεφάλι του Παύλου Μελά
Μετά τον θάνατο του Μελά, οι σύντροφοί του βρέθηκαν μπροστά σε ένα τεράστιο δίλημμα: έπρεπε να υποχωρήσουν χωρίς να αναγνωριστεί η ταυτότητα του νεκρού από τις οθωμανικές αρχές, καθώς μια επίσημη εμπλοκή εν ενεργεία Έλληνα αξιωματικού θα προκαλούσε διεθνές διπλωματικό επεισόδιο για την Ελλάδα.
Ο σύντροφός του, Ντίνας Στεργίου, επέστρεψε κρυφά στο σημείο, απέκοψε το κεφάλι του Παύλου Μελά και το μετέφερε μαζί του. Η κεφαλή τάφηκε αρχικά κάτω από το ιερό της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Πισοδέρι από τον ιερέα Σταύρο Τσάμη.
Το ακέφαλο σώμα βρέθηκε από τους Οθωμανούς, οι οποίοι δεν κατάλαβαν αμέσως ποιος ήταν. Το μετέφεραν στην Καστοριά.
Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, μόλις έμαθε για το σώμα, κινητοποίησε τις ελληνικές κοινότητες. Μετά από πιέσεις, οι οθωμανικές αρχές παρέδωσαν το σώμα και αυτό τάφηκε στον βυζαντινό ναό των Ταξιαρχών στην Καστοριά.
Αργότερα, η κεφαλή μεταφέρθηκε κρυφά από το Πισοδέρι στην Καστοριά και τάφηκε μαζί με το υπόλοιπο σώμα, όπου αναπαύονται μαζί μέχρι σήμερα.
Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην υπόθεση, καθώς η έγκαιρη παρέμβασή του απέτρεψε τη διπλωματική έκθεση της Ελλάδας, ενώ ο θάνατος του Παύλου Μελά προκάλεσε τεράστιο κύμα συγκίνησης και αφύπνισης στην Αθήνα.
Όταν ο Καραβαγγέλης πληροφορήθηκε ότι οι Οθωμανοί μετέφεραν ένα ακέφαλο σώμα στην Καστοριά και υποψιάζονταν ότι ανήκε σε Έλληνα αξιωματικό, έδρασε αστραπιαία.
Ο Μητροπολίτης γνώριζε ότι αν οι Οθωμανοί αποδείκνυαν την ταυτότητα του Μελά, η Ελλάδα θα κατηγορούνταν διεθνώς για επίσημη στρατιωτική εισβολή σε οθωμανικό έδαφος.
Έστειλε αμέσως τον έμπιστο συνεργάτη του, νεαρό υπάλληλο της Μητρόπολης Βασίλειο (Γκίλο), μαζί με χωρικούς, να ζητήσουν το σώμα από τον Οθωμανό υποδιοικητή (Καϊμακάμη).
Ο Καραβαγγέλης ισχυρίστηκε ψευδώς στις αρχές ότι το σώμα ανήκε σε έναν απλό Έλληνα χριστιανό από το χωριό Βογατσικό, ονόματι «Ζήση», που είχε πέσει θύμα των κομιτατζήδων. Για να κάμψει τις αντιρρήσεις των αρχών, χρησιμοποίησε την επιρροή του αλλά και δωροδοκία (μπαξίσι).
Οι Οθωμανοί πείστηκαν και παρέδωσαν το σώμα. Ο Καραβαγγέλης οργάνωσε την άμεση ταφή του στον βυζαντινό ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στην Καστοριά, προστατεύοντας το μυστικό.
Ο αντίκτυπος του θανάτου στην Αθήνα
Η είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά έφτασε στην Αθήνα λίγες ημέρες αργότερα και λειτούργησε ως ισχυρό σοκ για την ελληνική κοινωνία και την πολιτική ηγεσία.
Μέχρι τότε, η κοινή γνώμη στην ελεύθερη Ελλάδα έβλεπε το Μακεδονικό ζήτημα με σχετική απάθεια. Ο θάνατος ενός νέου, ευγενούς, πλούσιου ΑθηναContribution (γιου του πρώην δημάρχου Αθηναίων Μιχαήλ Μελά και γαμπρού του Στέφανου Δραγούμη) συγκλόνισε την αστική τάξη.
Ο Μελάς μετατράπηκε αμέσως σε σύμβολο αυτοθυσίας. Ο τύπος της εποχής αφιέρωσε εκτενή πρωτοσέλιδα, ενώ ο ποιητής Κωστής Παλαμάς έγραψε το περίφημο ποίημα «Σε κλαίει λαός...».
Η ελληνική κυβέρνηση, υπό την πίεση της δημόσιας κατακραυγής και του ενθουσιασμού, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την επιφυλακτική της στάση. Ενίσχυσε κρυφά, αλλά μαζικά, την αποστολή αξιωματικών, χρημάτων και πολεμοφοδίων, μετατρέποντας τον Μακεδονικό Αγώνα σε κεντρική εθνική προτεραιότητα.
Που να φανταζόνταν όμως ο ήρωας Παύλος Μελάς ότι μετά απο 100 χρόνια κάποιοι θα ξεπουλούσαν την Μακεδόνία που τόσο αίμα χύθηκε για να μείνει ελληνική, στους Κομιτατζήδες των Σκοπίων.