Στο Pro News Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία από εμάς και τους συνεργάτες μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν συναινέσετε ή να αρνηθείτε να συναινέσετε. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αρνηθείτε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις σας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο. Μπορείτε πάντα να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο ή επισκεπτόμενοι την πολιτική απορρήτου μας.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας.Δες περισσότερα εδώ.
Κόσμος

Σάλος στις ΗΠΑ για την απόφαση Τραμπ να «παγώσει» τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας – Οργή στο Κογκρέσο και νέα ανάσα στον Πούτιν

Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αναστείλει την εφαρμογή ενός εκτεταμένου πακέτου κυρώσεων κατά της Ρωσίας έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο, δημιουργώντας νέα δεδομένα στις σχέσεις Ουάσιγκτον, Μόσχας και Κιέβου.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Associated Press (AP), το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, η απόφαση προκάλεσε την οργή βουλευτών και γερουσιαστών και από τα δύο μεγάλα αμερικανικά κόμματα, καθώς το επίμαχο νομοθέτημα είχε εγκριθεί με ευρεία διακομματική συναίνεση, με στόχο την αύξηση της οικονομικής πίεσης προς το Κρεμλίνο.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο ίδιος ο Τραμπ είχε υπογράψει τον νόμο μόλις τον προηγούμενο μήνα, προτού αποφασίσει να αναστείλει βασικές διατάξεις του, επικαλούμενος λόγους εθνικού συμφέροντος.

Το νομοσχέδιο που θα περιόριζε τα οικονομικά έσοδα της Μόσχας

Το επίμαχο νομοθέτημα, γνωστό ως Lindsey O. Graham Sanctioning Russia and Iran Act of 2026, είχε σχεδιαστεί ως ένα από τα ισχυρότερα οικονομικά εργαλεία της Ουάσιγκτον για την άσκηση πίεσης στη Ρωσία.

Προέβλεπε την επιβολή περιορισμών σε Ρώσους αξιωματούχους, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ενεργειακές επιχειρήσεις, αλλά και μέτρα εναντίον του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» δεξαμενόπλοιων που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ρωσικών ενεργειακών προϊόντων.

Παράλληλα, έδινε τη δυνατότητα επιβολής δασμών έως και 100% σε μεγάλους εισαγωγείς ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, επιχειρώντας να καταστήσει οικονομικά ασύμφορη τη συνέχιση των ενεργειακών συναλλαγών με τη Μόσχα.

Η φιλοσοφία του νομοθετήματος ήταν σαφής: να περιοριστούν οι χρηματοδοτικές δυνατότητες της Ρωσίας, ώστε να αυξηθεί το κόστος συνέχισης του πολέμου στην Ουκρανία.

Ωστόσο, με την προεδρική απόφαση της 16ης Οκτωβρίου, η εφαρμογή βασικών προβλέψεων του νόμου ανεστάλη, μόλις δύο ημέρες πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία ενεργοποίησής τους.

Το Reuters επισημαίνει ότι η εξαίρεση αυτή περιορίζει σημαντικά την άμεση αποτελεσματικότητα του νέου πλαισίου κυρώσεων.

Οργή στο Κογκρέσο – Αμφισβητείται η στάση του Λευκού Οίκου

Η κίνηση του Αμερικανού προέδρου πυροδότησε νέο κύκλο πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ουάσιγκτον, καθώς αρκετοί νομοθέτες θεωρούν ότι υπονομεύεται μια απόφαση που είχε λάβει το Κογκρέσο με ευρεία πλειοψηφία.

Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ, ο οποίος συμμετείχε στη διαμόρφωση του νομοσχεδίου, κατηγόρησε τον Τραμπ ότι εγκαταλείπει τη βούληση της πλειοψηφίας των Αμερικανών, των αντιπροσώπων τους και των Ευρωπαίων συμμάχων της χώρας.

Μάλιστα, υποστήριξε ότι η αναστολή των κυρώσεων δεν εξυπηρετεί την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά συνιστά πολιτική παραχώρηση προς τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν.

Αντίστοιχα, ο Δημοκρατικός βουλευτής Ντον Μπάιερ ζήτησε από το Κογκρέσο να επανεξετάσει το νομοθετικό πλαίσιο, προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω αποδυνάμωση της αμερικανικής πίεσης προς τη Μόσχα.

Παρά τις έντονες αντιδράσεις, δεν διαφαίνεται άμεσος και εύκολος τρόπος ανατροπής της προεδρικής απόφασης, καθώς η ίδια η νομοθεσία παρέχει στον πρόεδρο δυνατότητες εξαίρεσης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Το γεγονός αυτό αναδεικνύει ένα ευρύτερο θεσμικό ζήτημα: μέχρι ποιο σημείο μπορεί ο Λευκός Οίκος να διαφοροποιείται από την εκπεφρασμένη βούληση του Κογκρέσου σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας;

Αντιδράσεις και από τους Ρεπουμπλικανούς – Το 86 υπέρ και 11 κατά

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το γεγονός ότι η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στους Δημοκρατικούς.

Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τομ Τίλις χαρακτήρισε την απόφαση εξαιρετικά ανεύθυνη, υπενθυμίζοντας ότι το νομοσχέδιο είχε εγκριθεί στη Γερουσία με 86 ψήφους υπέρ και μόλις 11 κατά.

Αναρωτήθηκε μάλιστα πώς είναι δυνατόν ο πρόεδρος και οι συνεργάτες του να αγνοούν μια τόσο ξεκάθαρη νομοθετική απόφαση, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι υποχωρεί απέναντι στον Ρώσο ηγέτη.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζον Κόρνιν, ο οποίος εκτίμησε ότι ο εκλιπών Λίντσεϊ Γκράχαμ, βασικός εμπνευστής των κυρώσεων, θα ήταν απογοητευμένος από την εξέλιξη.

Η Δημοκρατική γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν κατηγόρησε επίσης τον Τραμπ ότι περιφρονεί το Κογκρέσο, επιτρέποντας ουσιαστικά στον Πούτιν να συνεχίσει την πολεμική εκστρατεία του.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει το AP, η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία βρίσκονται σε διακοπή εργασιών έως μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Συνεπώς, οποιαδήποτε οργανωμένη κοινοβουλευτική απάντηση ενδέχεται να καθυστερήσει.

Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ και οι ενεργειακές πιέσεις

Η αναστολή των κυρώσεων συνδέεται χρονικά με μια ακόμη αμφιλεγόμενη πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου: τη συμφωνία για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε πρόσφατα ότι η Ρωσία συμφώνησε να διαθέσει αρχικά περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ, με επιπλέον ποσότητες τους επόμενους μήνες.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει μέσω αυτής της κίνησης να περιορίσει τις πιέσεις στις διεθνείς τιμές καυσίμων, οι οποίες έχουν ενισχυθεί σημαντικά εξαιτίας της πολεμικής κρίσης με το Ιράν.

Ωστόσο, αναλυτές αμφισβητούν κατά πόσο οι συγκεκριμένες ποσότητες μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές. Αντιθέτως, εκτιμούν ότι η συμφωνία ενδέχεται να προσφέρει στη Μόσχα πρόσθετα έσοδα και σημαντικό διπλωματικό όφελος.

Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, η ενεργειακή αυτή προσέγγιση ενδέχεται να έχει μεγαλύτερη πολιτική παρά οικονομική σημασία, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ παραμένουν καθαρός εξαγωγέας ντίζελ.

Ζελένσκι: Η αναστολή ενθαρρύνει τη Ρωσία

Στο Κίεβο, η αμερικανική απόφαση αντιμετωπίζεται με έντονη ανησυχία.

Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι κάλεσε τους υποστηρικτές της χώρας του να υπερασπιστούν την εφαρμογή των κυρώσεων, υποστηρίζοντας ότι η αναστολή τους αποδυναμώνει την προσπάθεια τερματισμού του πολέμου.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η απομάκρυνση της οικονομικής πίεσης μπορεί να ενθαρρύνει τη Μόσχα να συνεχίσει τις επιθέσεις.

Η ανησυχία αυτή εντείνεται καθώς η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με νέους ρωσικούς βομβαρδισμούς εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων, ενόψει του χειμώνα.

Σύμφωνα με το AP, οι πρόσφατες επιθέσεις προκάλεσαν ανθρώπινες απώλειες και σοβαρές ζημιές σε κρίσιμες υποδομές.

Παρά την απογοήτευσή του, ο Ζελένσκι απέφυγε να διακόψει τις γέφυρες επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον, εκφράζοντας την ελπίδα ότι ο Τραμπ θα συμβάλει τελικά στον τερματισμό των ρωσικών επιθέσεων.

Ποιος κερδίζει από την αμερικανική απόφαση;

Η αναστολή των κυρώσεων αποτελεί αναμφίβολα μια ευνοϊκή εξέλιξη για τη Μόσχα, καθώς απομακρύνει, τουλάχιστον προσωρινά, την απειλή πρόσθετων οικονομικών περιορισμών.

Παράλληλα, δημιουργεί αβεβαιότητα στους Ευρωπαίους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις οικονομικές κυρώσεις ως βασικό μέσο πίεσης προς τη Ρωσία.

Η απόφαση έχει επίσης διεθνείς οικονομικές προεκτάσεις, ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ινδία, που διατηρούν σημαντικές ενεργειακές συναλλαγές με τη Μόσχα και αντιμετώπιζαν την προοπτική υψηλών αμερικανικών δασμών.

Για την κυβέρνηση Τραμπ, αντίθετα, η προτεραιότητα φαίνεται να μετατοπίζεται προς τη σταθεροποίηση των ενεργειακών τιμών και την αντιμετώπιση των εσωτερικών οικονομικών πιέσεων.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Ουάσιγκτον επιδιώκει μια νέα διαπραγματευτική προσέγγιση απέναντι στον Πούτιν ή εάν η οικονομική συγκυρία οδηγεί σε ουσιαστική χαλάρωση της πίεσης προς τη Ρωσία.

Σε κάθε περίπτωση, η αντιπαράθεση αναμένεται να συνεχιστεί μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, όταν το Κογκρέσο θα έχει εκ νέου τη δυνατότητα να εξετάσει νομοθετικές πρωτοβουλίες.

Μέχρι τότε, η Μόσχα κερδίζει πολύτιμο πολιτικό χρόνο, το Κίεβο αντιμετωπίζει νέα αβεβαιότητα και η Ευρώπη καλείται να αξιολογήσει κατά πόσο μπορεί να στηρίζεται στη σταθερότητα της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το βέβαιο είναι ότι η απόφαση Τραμπ δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αναστολή κυρώσεων, αλλά μια εξέλιξη με σημαντικές γεωπολιτικές συνέπειες, η οποία επηρεάζει τις ισορροπίες μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας, Ουκρανίας και Ευρώπης.

Tags
Back to top button