Οι περισσότεροι αναλυτές δικαίως εστιάζουν στις άμεσες επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν. Πέρα από το αυξανόμενο ανθρώπινο κόστος, η σύγκρουση προκάλεσε το μεγαλύτερο εφοδιαστικό σοκ που έχει καταγραφεί ποτέ στην αγορά πετρελαίου, τόσο σε απόλυτους όρους όσο και ως ποσοστό της παγκόσμιας προσφοράς που επηρεάστηκε.
Ωστόσο, εξίσου κρίσιμες – αν και λιγότερο εμφανείς σε αυτή τη φάση – είναι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που αναμένεται να έχει ο πόλεμος στην παγκόσμια οικονομία. Μετά το τέλος των εχθροπραξιών, το Ιράν είναι πολύ πιθανό να κυβερνάται από μια κυβέρνηση εχθρική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που θα ενισχύσει τον πολιτικό κίνδυνο στον Κόλπο. Αυτός ο κίνδυνος αναμένεται να οδηγήσει σε δομικά υψηλότερες τιμές σε πολλούς τομείς, να τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό και να μειώσει την ελκυστικότητα νέων επενδύσεων στη Μέση Ανατολή.
Η νέα ηγεσία και η σκληρή γραμμή της Τεχεράνης
Η ιρανική κυβέρνηση αναμένεται να παραμείνει σε σκληρή πολιτική γραμμή. Ο νέος Ανώτατος Ηγέτης, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, φέρεται να είναι μια αυταρχική φυσιογνωμία με στενούς δεσμούς με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), το οποίο αποτελεί την ελίτ και ουσιαστικά κυρίαρχη δύναμη των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.
Η εξουσία του θα μοιραστεί με άλλες συντηρητικές προσωπικότητες, όπως ο Μοχάμεντ Μπακέρ Γκαλιμπάφ, πρόεδρος του κοινοβουλίου, και ο στρατηγός Αχμάντ Βαχιντί, επικεφαλής των IRGC. Παράλληλα, η στρατηγική του Ιράν κατά τη διάρκεια του πολέμου περιλάμβανε πολλαπλά σχέδια διαδοχής για όλες τις κρίσιμες θέσεις. Έτσι, ακόμη και αν οι ΗΠΑ ή το Ισραήλ εξουδετερώσουν την τρέχουσα ηγεσία, άλλοι σκληροπυρηνικοί μπορούν να αναλάβουν άμεσα και χωρίς κενό εξουσίας.
Μια ειρήνη χωρίς σταθερότητα
Υπό αυτές τις συνθήκες, το τέλος του πολέμου δύσκολα θα οδηγήσει σε διαρκή και σταθερή ειρήνη. Το Στενό του Ορμούζ αναμένεται να παραμείνει πηγή γεωπολιτικού κινδύνου για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν και οι Ιρανοί ηγέτες θέτουν ως απόλυτη προτεραιότητα την επιβίωση του καθεστώτος – γεγονός που θα μπορούσε να τους οδηγήσει ακόμη και σε παραχωρήσεις, όπως η εγκατάλειψη του εμπλουτισμού ουρανίου ή των βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς – η συνολική πολιτική τους απέναντι στις ΗΠΑ θα παραμείνει βαθιά εχθρική, ιδιαίτερα μετά το αίμα που χύθηκε.
Το Ιράν θα συνεχίσει να διαθέτει επαρκή αριθμό drones, ναρκών και ταχύπλοων σκαφών, ικανών να παρενοχλούν ή ακόμη και να βυθίζουν δεξαμενόπλοια. Μάλιστα, η Τεχεράνη ενδέχεται να μην χρειαστεί καν να προχωρήσει σε άμεσες επιθέσεις: η απλή γνώση ότι μπορεί να το κάνει ανά πάσα στιγμή αρκεί για να αλλάξει τη συμπεριφορά των επενδυτών και να δημιουργήσει νέα ασφάλιστρα κινδύνου σε κρίσιμους τομείς.
Πετρέλαιο: μόνιμο premium κινδύνου
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πετρέλαιο. Περίπου το 25% των παγκόσμιων θαλάσσιων εξαγωγών αργού διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ. Ακόμη και σε περίπτωση βραχυπρόθεσμης κατάπαυσης του πυρός, οι τιμές είναι πιθανό να παραμείνουν κοντά στα 80 δολάρια ανά βαρέλι για αρκετούς μήνες, τόσο λόγω των αυξημένων ασφαλίστρων κινδύνου όσο και επειδή οι παραγωγοί θα χρειαστούν χρόνο για να επαναφέρουν την παραγωγή.
Πριν από τον πόλεμο, πολλοί αναλυτές εκτιμούσαν ότι το Brent θα κινούνταν γύρω ή κάτω από τα 60 δολάρια. Σήμερα, τα 9μηνα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης διαπραγματεύονται περίπου στα 85 δολάρια, αντανακλώντας ένα premium κινδύνου της τάξης των 25 δολαρίων.
LNG: μεγαλύτερη ευαλωτότητα και περιφερειακές πιέσεις
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), από το οποίο περίπου το 20% των παγκόσμιων εξαγωγών διέρχεται επίσης από το Στενό. Στην περίπτωση του LNG, τα ασφάλιστρα κινδύνου είναι ακόμη υψηλότερα, καθώς η ίδια η διαδικασία υγροποίησης είναι εξαιρετικά ευαίσθητη. Η παραγωγή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια όταν υπάρχουν βομβαρδισμοί κοντά στις εγκαταστάσεις.
Η κρατική εταιρεία LNG του Κατάρ, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας παγκοσμίως, είχε ήδη διακόψει την παραγωγή στο συγκρότημα Ρας Λαφάν πριν αυτό υποστεί ζημιές από πυραυλική επίθεση. Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, οι αγορές φυσικού αερίου είναι περιφερειακές: οι ευρωπαϊκές τιμές αναφοράς και οι τιμές spot LNG έχουν εκτοξευθεί, ενώ ακόμη μεγαλύτερη άνοδος καταγράφεται στις ασιατικές αγορές, όπου οι εναλλακτικές λύσεις έναντι του LNG του Κατάρ είναι περιορισμένες.
Λιπάσματα, τρόφιμα και αλουμίνιο στο στόχαστρο
Η μόνιμη απειλή από το Ιράν επηρεάζει και τους παγκόσμιους τομείς λιπασμάτων και τροφίμων. Περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ. Οι τιμές έχουν ήδη αυξηθεί απότομα, με την ουρία και άλλα αζωτούχα προϊόντα να καταγράφουν άνοδο 25-30% σε ορισμένες αγορές, ενώ αναμένονται περαιτέρω αυξήσεις.
Παράλληλα, οι τιμές των γεωργικών προϊόντων κινούνται ανοδικά: το καλαμπόκι έχει αυξηθεί κατά 6% σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ το σιτάρι βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του από τα μέσα του 2024.
Αντίστοιχες πιέσεις δέχεται και η αγορά αλουμινίου. Οι χώρες του Κόλπου παράγουν περίπου το 9% της παγκόσμιας παραγωγής, ενώ η ενεργοβόρα φύση της παραγωγής καθιστά το μέταλλο ιδιαίτερα ευαίσθητο στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και στα ναυτιλιακά σημεία συμφόρησης όπως το Στενό του Ορμούζ.
Πληθωρισμός και επενδυτική ανασφάλεια στον Κόλπο
Όλα αυτά τα νέα ασφάλιστρα κινδύνου μεταφράζονται σε υψηλότερες τιμές διεθνώς, ενισχύοντας περαιτέρω τον παγκόσμιο πληθωρισμό. Ταυτόχρονα, οι χώρες του Κόλπου – με πρωταγωνιστές τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ – θα δυσκολευτούν να αποκαταστήσουν σύντομα τη φήμη τους ως ασφαλείς επενδυτικοί προορισμοί.
Πρόκειται για αγορές κομβικής σημασίας όχι μόνο για τους υδρογονάνθρακες, αλλά και για την τεχνητή νοημοσύνη, την άμυνα και άλλους στρατηγικούς τομείς. Οι επενδυτές, ωστόσο, αναζητούν πρωτίστως ασφάλεια. Εικόνες που κάποτε θεωρούνταν αδιανόητες – φωτιές και βομβαρδισμοί σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και επιχειρήσεις – επηρεάζουν πλέον καθοριστικά το επενδυτικό κλίμα.
Η επίδραση αυτή είναι ήδη ορατή: το χρηματιστήριο του Ντουμπάι έχει υποχωρήσει πάνω από 15% από την έναρξη του πολέμου, ενώ η Emaar Properties, βαρόμετρο της αγοράς ακινήτων, έχει καταγράψει πτώση 30%. Η περιοχή θα ανακάμψει σε κάποιο βαθμό, με πιθανή αμερικανική στήριξη στην ανοικοδόμηση και αυξημένη περιφερειακή συνεργασία. Ωστόσο, θα χρειαστεί πολύς χρόνος για να επανέλθει ο Κόλπος στη θέση ενός από τα ασφαλή καταφύγια του παγκόσμιου κεφαλαίου.