Ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται σε μια νέα, κρίσιμη διπλωματική περίοδο, με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να εκτιμά ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο χρονικό «παράθυρο» μέσα στο οποίο η αμερικανική διαμεσολάβηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμφωνία με τη Ρωσία. Ο Ουκρανός πρόεδρος τοποθετεί αυτό το όριο περίπου στο καλοκαίρι του 2027, συνδέοντάς το ουσιαστικά με τον πολιτικό χρόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες και την πορεία προς τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Η νέα πρόταση που ετοιμάζεται για τη Μόσχα
Σύμφωνα με το Reuters, Κίεβο, Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν καταρτίσει από κοινού ένα μονοσέλιδο πλαίσιο προτάσεων, το οποίο προορίζεται να παρουσιαστεί στη ρωσική πλευρά. Ο Ζελένσκι έσπευσε μάλιστα να υπογραμμίσει ότι δεν πρόκειται απλώς για ουκρανικές απαιτήσεις, αλλά για ιδέες που έχουν διαμορφωθεί σε συνεργασία με τις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους εταίρους.
Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκεται μια πιθανή κατάπαυση του πυρός, αλλά και η αναζήτηση μιας φόρμουλας για το εδαφικό ζήτημα, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για οποιαδήποτε συμφωνία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αμερικανική ιδέα για τη δημιουργία ελεύθερης οικονομικής ζώνης σε τμήμα της ανατολικής περιοχής του Ντονμπάς, η οποία θα μπορούσε να τεθεί υπό διαχείριση ουδέτερου τρίτου μέρους. Στο υπό διαμόρφωση πλαίσιο εξετάζεται παράλληλα ο μελλοντικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.
Το μεγάλο αγκάθι του Ντονμπάς
Η απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές παραμένει, ωστόσο, τεράστια. Η Μόσχα επιμένει στις εδαφικές διεκδικήσεις της και απαιτεί από το Κίεβο να αποδεχθεί την απώλεια ουκρανικών περιοχών, ενώ αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό σενάρια διεθνούς ή ουδέτερης διοίκησης στο Ντονμπάς.
Η Ρωσία ελέγχει σήμερα περίπου το ένα πέμπτο της ουκρανικής επικράτειας και εξακολουθεί να διεκδικεί το σύνολο των τεσσάρων ουκρανικών περιφερειών Ντονέτσκ, Λουχάνσκ, Ζαπορίζια και Χερσώνα, παρότι οι ρωσικές δυνάμεις δεν τις ελέγχουν πλήρως.
Ο Ρώσος υφυπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Ριαμπκόφ δήλωσε πρόσφατα ότι η Μόσχα είναι διατεθειμένη να εξετάσει «νέες ιδέες», υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτές θα αντανακλούν τις λεγόμενες «πραγματικότητες επί του πεδίου». Η διατύπωση αυτή ερμηνεύεται ως επιμονή της Ρωσίας στην αναγνώριση, με κάποιον τρόπο, των εδαφικών κερδών που έχει πετύχει από την έναρξη της εισβολής.
Γιατί ο Ζελένσκι βλέπει το καλοκαίρι του 2027 ως ορόσημο
Η αναφορά του Ζελένσκι στο 2027 δεν είναι τυχαία. Το Κίεβο θεωρεί ότι όσο πλησιάζουν οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2028, τόσο περισσότερο η Ουάσιγκτον θα στρέφεται προς την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση, περιορίζοντας ενδεχομένως τον χρόνο και το πολιτικό κεφάλαιο που μπορεί να διαθέσει σε μια δύσκολη διαπραγμάτευση Ρωσίας–Ουκρανίας.
Οι προηγούμενες προσπάθειες αμερικανικής διαμεσολάβησης δεν κατάφεραν να γεφυρώσουν το χάσμα, κυρίως εξαιτίας των εδαφικών απαιτήσεων της Μόσχας. Ήδη από τις συνομιλίες στο Αμπού Ντάμπι είχε καταστεί σαφές ότι το ζήτημα των εδαφών αποτελούσε το δυσκολότερο σημείο, με τη Ρωσία να απαιτεί ουκρανική αποχώρηση από περιοχές του Ντονμπάς που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο του Κιέβου.
Διπλωματία ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται
Την ίδια στιγμή, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν δείχνουν σημάδια ουσιαστικής αποκλιμάκωσης. Πρόσφατες ρωσικές επιθέσεις με πυραύλους και drones προκάλεσαν νέες απώλειες στην Ουκρανία, ενώ το Κίεβο εξακολουθεί να ζητά περισσότερα συστήματα και πυραύλους αεράμυνας από τους δυτικούς συμμάχους του.
Παράλληλα, η Βρετανία και η Γαλλία επανέλαβαν τη δέσμευσή τους για ενίσχυση της ουκρανικής άμυνας, με έμφαση μεταξύ άλλων στην παραγωγή πυραύλων και στην αεράμυνα.
Έτσι, το επόμενο διάστημα διαμορφώνεται ως αγώνας ανάμεσα στη διπλωματία και στις εξελίξεις στο πεδίο της μάχης. Το Κίεβο επιχειρεί να αξιοποιήσει την αμερικανική διαμεσολάβηση πριν η πολιτική συγκυρία στις ΗΠΑ αλλάξει, ενώ η Μόσχα δείχνει ότι θα συζητήσει μόνο εφόσον μια συμφωνία κατοχυρώνει σημαντικό μέρος των κεκτημένων της.
Το καλοκαίρι του 2027 μετατρέπεται επομένως, τουλάχιστον στη σκέψη του Ζελένσκι, σε ένα άτυπο χρονικό ορόσημο για την ειρήνη. Το ερώτημα είναι εάν μέσα στους επόμενους μήνες οι δύο πλευρές θα μπορέσουν να πλησιάσουν σε έναν συμβιβασμό ή αν το «παράθυρο» που βλέπει σήμερα το Κίεβο θα κλείσει χωρίς αποτέλεσμα.