Η αυλαία έπεσε για μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Η Μάρω Κοντού έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας ανεξίτηλο το στίγμα της στην τέχνη, προσωποποιώντας την αστική κομψότητα και το ταλέντο για περισσότερες από έξι δεκαετίες.
Τα πρώτα χρόνια και η στροφή στην τέχνη
Η Μαριάνθη (Μάρω) Κοντού γεννήθηκε στο Κουκάκι στις 21 Ιουνίου 1934, με καταγωγή από τα Ψαρά. Αρχικά, η μεγάλη της αγάπη ήταν ο χορός. Σπούδασε στην Κρατική Σχολή Χορού και κέρδισε υποτροφία για τη σχολή HLADEK στη Γερμανία. Παράλληλα, ολοκλήρωσε σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του ΕΚΠΑ.
Η θεατρική της διαδρομή ξεκίνησε το 1954 στο Εθνικό Θέατρο, συμμετέχοντας ως μέλος του Χορού σε αρχαίες τραγωδίες. Η μετάβαση στο ελεύθερο θέατρο έγινε το 1959, στο πλευρό του Δημήτρη Χορν, στο έργο «Ρομανσέρο».
Ο χρυσός ελληνικός κινηματογράφος
Η καριέρα της Μάρως Κοντού περιλαμβάνει συμμετοχή σε πάνω από 90 θεατρικές παραστάσεις και περισσότερες από 60 κινηματογραφικές ταινίες. Μεταξύ των πιο χαρακτηριστικών της ρόλων ξεχωρίζουν:
«Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» (1965): Ο ρόλος της «Ελενίτσας» δίπλα στον Γιώργο Κωνσταντίνου αποτελεί σταθμό στην ιστορία του εγχώριου κινηματογράφου.
«Μια Ιταλίδα απ' την Κυψέλη» (1968): Η εξαιρετική ερμηνεία της ψεύτικης Ιταλίδας απέδειξε το μοναδικό κωμικό της ταλέντο.
«Η Σωφερίνα» (1964): Στον ρόλο της Λιλής, πλαισιώνοντας την Αλίκη Βουγιουκλάκη, κατάφερε να μαγνητίσει τα βλέμματα με το χαρακτηριστικό της μπρίο.
Πολιτική, κοινωνική δράση και ζωγραφική
Πέρα από την υποκριτική, η Μάρω Κοντού είχε έντονη παρουσία στα κοινά. Υπηρέτησε ως:
Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας (Α' Αθηνών) τις περιόδους 1999-2000 και 2007.
Δημοτική σύμβουλος Αθηναίων (1994-2002).
Πρόεδρος του κέντρου βρεφών «ΜΗΤΕΡΑ» (2004-2006).
Η πολύπλευρη προσωπικότητά της εκφράστηκε και μέσω της ζωγραφικής, παρουσιάζοντας έργα της σε εκθέσεις. Στην προσωπική της ζωή, υπήρξε παντρεμένη με τον διευθυντή φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ, Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, και με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα.
Η απώλεια της Μάρως Κοντού σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής, όμως η φινέτσα και οι ερμηνείες της θα παραμείνουν ζωντανές στην πολιτιστική μνήμη της χώρας.