Την στήριξή τους στο σημαντικό εγχείρημα της Κυβέρνησης για την αναβάθμιση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης μέσω της ίδρυσης Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών αλλά και τη διαφωνία τους σχετικά με συγκεκριμένες διατάξεις ή ελλείψεις του σχετικού σχεδίου νόμου που βρίσκεται σε διαβούλευση εκφράζουν θεατρικοί φορείς και ομάδες καλλιτεχνών.
Σε σημερινή ανακοίνωσή του το Εθνικό Θέατρο παραμένει σταθερό στη θέση του υπέρ της καθιέρωσης πανεπιστημιακού επιπέδου εκπαίδευσης στις παραστατικές τέχνες, παρά το γεγονός ότι με το νέο σύστημα καταργείται η ιστορική Δραματική Σχολή του, ζητά ωστόσο να δοθεί παράταση στην προθεσμία διαβούλευσης, που έχει οριστεί η 5η Μαρτίου, προκειμένου να γίνει καλύτερη επεξεργασία του σχεδίου νόμου.
«Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο καλύπτει ορισμένες μόνον πτυχές του σκοπού, αλλά δεν εξασφαλίζει συνολικά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Θεωρούμε ότι απαιτούνται σημαντικές βελτιώσεις και συνολική αξιολογική επανεξέταση, πέραν των απλών νομοτεχνικών παρεμβάσεων» αναφέρεται στην ανακοίνωση του Εθνικού Θεάτρου ενώ στη συνέχεια παρατίθενται συγκεκριμένες παρατήσεις – προτάσεις οι οποίες διατυπώνονται περιληπτικά ως εξής:
«Θα αναμέναμε σημαντικό μέρος της κρίσιμης ύλης να μην υπόκειται σε νομοθετική ή άλλη εξουσιοδότηση, αλλά να ρυθμίζεται δεσμευτικά ήδη από τον υπό ψήφιση νόμο. Η εξήγηση περί αυτοδιοίκητου των Α.Ε.Ι. είναι αληθής, αλλά όχι επαρκής. Στην υπό κρίση περίπτωση, ιδρύεται Ανώτατη Σχολή με κατάργηση άλλων (Ανώτερων), οι οποίες όμως έχουν ισχύον, ειδικό νομοθετικό-κανονιστικό πλαίσιο. Θα έπρεπε οι «καλές πρακτικές» για σειρά ζητημάτων (π.χ. αριθμός εισακτέων, οργάνωση εισαγωγικών εξετάσεων, πρόγραμμα σπουδών), που υπάρχουν ήδη στα νομοθετήματα των φορέων «προέλευσης», να έχουν μεταφερθεί στον ιδρυτικό νόμο.
Θα αναμέναμε εντονότερο δεσμό του ιδρυθησόμενου Τμήματος με το Εθνικό Θέατρο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου αλλά και στο διηνεκές, στη βάση ορισμένης έννομης σχέσης. Συνιστάται «Τμήμα Δραματικής Τέχνης Εθνικού Θεάτρου», αλλά απουσιάζει ο μηχανισμός οργανικής, κανονιστικής και καλλιτεχνικής σύνδεσής του με το Εθνικό Θέατρο. Η ομωνυμία καθίσταται κενό γράμμα, που εύλογα θα κινδύνευε να χαρακτηριστεί ακόμη και θεσμική «υφαρπαγή» του ονόματος, όταν δεν συνοδευτεί από την ουσία. Η παρουσία ενός μέλους, υποδεικνυόμενου από το Εθνικό Θέατρο, στα όργανα της όλης Σχολής, δεν αρκεί για να επιτευχθεί αποτελεσματικά αυτή η σύνδεση. Προς αυτήν την κατεύθυνση, τονίσαμε (και λάβαμε τη δέσμευση ότι θα εξεταστεί) ότι το εργαλείο της Προγραμματικής Σύμβασης, δεσμευτικό σχέδιο της οποίας προτάθηκε να τεθεί ως παράρτημα του νόμου, θα ήταν μια αποδεκτή θεσμική οδός, ώστε να ρυθμιστούν ζητήματα «μεταβίβασης» της καλλιτεχνικής τεχνογνωσίας και επίτευξης προγραμματικής συνεργασίας, και μάλιστα για σειρά ζητημάτων πέραν της απλής χρήσης των υποδομών (π.χ. προπαρασκευαστικά τμήματα/«φυτώριο», γνωμοδοτική αρμοδιότητα επί προγράμματος σπουδών και διδασκαλίας, υποτροφιών, πρακτικής μαθητείας κ.λπ.). Δεν κατανοούμε πώς αλλιώς το Τμήμα θα νομιμοποιείται να ανάγεται ονομαστικά και σημειολογικά στο Εθνικό Θέατρο.
Θα αναμέναμε εναργέστερη κατανόηση και κατοχύρωση της φύσης των αναβαθμιζόμενων σπουδών ως σπουδών «παραστατικής τέχνης» (και όχι θεωρητικών ή υποκείμενων στη συνήθη φύση των «πανεπιστημιακών» σπουδών). Θα έπρεπε να «ανωτατοποιούνται» οι σπουδές στις παραστατικές τέχνες, με την εγγενή ιδιαιτερότητά τους, και όχι να «προσαρμόζονται» προκειμένου να «ανωτατοποιηθούν».Σε ένα γενικότερο επίπεδο μεθόδου: Θα αναμέναμε να προταθεί ένα αυτοτελές, ειδικό νομοθετικό πλαίσιο για τις παραστατικές σπουδές (προς το οποίο η πανεπιστημιακή νομοθεσία να εφαρμόζεται συμπληρωματικά) και όχι απλώς να εισάγονται εξαιρέσεις από αυτήν. Χρειάζεται, δηλαδή, αντιστροφή της σχέσης κανόνα-εξαίρεσης. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στη ρύθμιση των τυπικών προσόντων των διδασκόντων, όπου το διδασκόμενο αντικείμενο αντιμετωπίζεται κατ’ αποτέλεσμα ως θεωρητικό.
Τις θέσεις τους σχετικά με το νέο νομοθετικό πλαίσιο της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης κατέθεσαν και και 210 καλλιτέχνες του θεάτρου μέσω ανοιχτής επιστολής τους προς την υπουργό Παιδείας Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.
Αφού χαιρετίζουν την πρωτοβουλία για την κατάρτιση του σχεδίου νόμου που επιχειρεί να δώσει λύση σε χρόνια αιτήματα του κλάδου τους, ζητούν την απόσυρση του σχεδίου νόμου προκειμένου να εξεταστούν κάποια σημεία του που αφορούν, κατά κύριο λόγο, στη θεατρική εκπαίδευση.
Το πρώτο σχετίζεται με την κατάργηση του Εθνικού Θεάτρου και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος ενώ όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση «ενώ το αιτούμενο για τις κρατικές Δραματικές Σχολές ήταν η διαβάθμισή τους και η διασύνδεσή τους με τα νέα πανεπιστημιακά Τμήματα.». Θεωρούν, μάλιστα, πως «η διατήρηση της επωνυμίας «Εθνικό Θέατρο» και «Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος» στα υπό ίδρυση Τμήματα είναι προσχηματική, από τη στιγμή που στο σχέδιο νόμου δεν προβλέπεται καμιά ουσιαστική σύνδεση των δύο κρατικών φορέων με τα νέα Τμήματα πέρα από τη χρήση των υπαρχουσών κτιριακών υποδομών τους.
Στην ίδια ανακοίνωση επισημαίνεται πως «δεν δίνεται η ευκαιρία στους εκατοντάδες απόφοιτους Ανωτέρων Σχολών Δραματικής Τέχνης να συνεχίσουν τις σπουδές τους στα υπό ίδρυση πανεπιστημιακά Τμήματα, καθώς προβλέπεται η εισαγωγή ελάχιστων υποψηφίων (15% μόνο επί των εισακτέων του κάθε Τμήματος)» ενώ «εξίσου προβληματική είναι η αναγνώριση μόνο των δύο ετών σπουδών τους στις Ανώτερες Σχολές που φοίτησαν, κατατάσσοντάς τους −εφόσον πετύχουν στις κατακτήτριες εξετάσεις− στο τρίτο έτος σπουδών και όχι στο τέταρτο.
Αναφερόμενοι στο προσοντολόγιο του Δημοσίου, οι υπογράφοντες καλλιτέχνες τάσσονται υπέρ της πρόβλεψης για νέα κατηγορία θέσεων προσωπικού με τίτλο «Καλλιτεχνική Εκπαίδευση (ΚΕ)» σε φορείς του δημόσιου τομέα σημειώνουν, ωστόσο, ότι «είναι εξαιρετικά προβληματική η κατάταξη των πτυχίων των Ανωτέρων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης στο επίπεδο πέντε (5) του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων (Ε.Π.Π.), καθώς εξισώνει τις διετείς μεταλυκειακές σπουδές με τις τριετείς σπουδές στις καλλιτεχνικές σχολές.»
Στις παρατηρήσεις – ενστάσεις τους συμπεριμβάνονται επίσης η απουσία πρόβλεψης στην υπό ίδρυση Σχολή για άλλες θεατρικές καλλιτεχνικές ειδικότητες όπως θεατρική γραφή, μετάφραση, δραματουργία, σκηνογραφία, ενδυματολογία, φωτισμός κ.ά.», αλλά και οι προτεινόμενες διαδικασίες επιλογής των διδασκόντων οι οποίες, όπως υποστηρίζουν «αποκλείουν σχεδόν το σύνολο των ενεργών καλλιτεχνών του θεάτρου από την εκλογή τους ως μελών Δ.Ε.Π, προτάσσονται τα ακαδημαϊκά προσόντα και όχι το καλλιτεχνικό έργο των υποψηφίων, μη λαμβάνοντας υπόψιν τις ιδιαιτερότητες της διδασκαλίας της θεατρικής τέχνης.»
Τι προβλέπει το σχέδιο σχέδιο νόμου
Με το σχέδιο νόμου με τίτλο «Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, πλαίσιο λειτουργίας Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και Ανώτερων Σχολών Μουσικής Εκπαίδευσης και άλλες ρυθμίσεις» επιχειρείται η ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών (Α.Σ.Π.Τ.), η σύσταση νέου κλάδου Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης καθώς και ο καθορισμός του πλαισίου λειτουργίας των Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και των Ανώτερων Σχολών Μουσικής Εκπαίδευσης με την εποπτεία τους να μεταφέρεται εξ ολοκλήρου στο Υπουργείο Παιδείας.
Η Α.Σ.Π.Τ. ενοποιεί κάτω από μία πανεπιστημιακή ομπρέλα πέντε ιστορικούς δημόσιους φορείς το Εθνικό Θέατρο, την Εθνική Λυρική Σκηνή, την Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης θέτοντας σαφές χρονοδιάγραμμα οριστικής παύσης λειτουργίας τους, ώστε να μην διαιωνίζεται ένα διπλό σύστημα.
Η εισαγωγή πραγματοποιείται μέσω ειδικών εξετάσεων, με δια ζώσης αξιολόγηση δεξιοτήτων, προσαρμοσμένων στη φύση του αντικειμένου ενώ για τους ήδη εγγεγραμμένους σπουδαστές των υφιστάμενων σχολών ενώ προβλέπεται δυνατότητα ένταξης σε αντίστοιχα προγράμματα της Α.Σ.Π.Τ. έως συγκεκριμένο εξάμηνο και υπό προϋποθέσεις (ιδίως κατοχή απολυτηρίου Λυκείου), ώστε να διασφαλιστεί ομαλή και θεσμικά ασφαλής μετάβαση σε πανεπιστημιακό τίτλο. Για όσους δεν επιθυμούν ένταξη ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, προβλέπεται συνέχιση και ολοκλήρωση των σπουδών στο υφιστάμενο πλαίσιο, με τίτλο επιπέδου 5 του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων (Ε.Π.Π.).
Οι Σχολές Ανώτερης Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης αναδιαμορφώνονται και μετονομάζονται σε Ανώτερες Σχολές Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, τα μουσικά ιδρύματα οργανώνονται αντίστοιχα ως Ανώτερες Σχολές Μουσικής Εκπαίδευσης, με σαφή κατάταξη των τίτλων στο επίπεδο 5 του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων και ρητή αναγνώριση των υφιστάμενων τίτλων ως ισότιμων ενώ κατοχυρώνεται η χρησιμότητα των τίτλων αυτών ως τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες κατηγορίες θέσεων και παράλληλα ανοίγει ακαδημαϊκή δίοδος προς τα Α.Ε.Ι. μέσω κατάταξης σε προχωρημένο εξάμηνο.