Οι Ηνωμένες Πολιτείες διακηρύσσουν ότι εξαπολύουν τη σκληρότερη εκστρατεία οικονομικής πίεσης που έχει αντιμετωπίσει ποτέ το Ιράν. Πίσω, όμως, από την επιθετική ρητορική και τις δεκάδες νέες κυρώσεις παραμένει ένα μεγάλο κενό: η Κίνα, ο σημαντικότερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και βασικός οικονομικός «πνεύμονας» της Τεχεράνης, δεν έχει βρεθεί ακόμη αντιμέτωπη με τα ισχυρότερα όπλα της Ουάσινγκτον.
Η νέα επιχείρηση, με την ονομασία «Operation Economic Outcast» («Επιχείρηση Οικονομικός Παρίας»), θέτει στο στόχαστρο περίπου 60 φυσικά πρόσωπα, εταιρείες και πλοία που συνδέονται με τις εξαγωγές πετρελαίου, τα πυρηνικά και πυραυλικά προγράμματα, τις κυβερνοεπιθέσεις και τα δίκτυα προμήθειας στρατιωτικής τεχνολογίας του Ιράν.
Στη λίστα περιλαμβάνονται επιχειρήσεις στην ηπειρωτική Κίνα και στο Χονγκ Κονγκ. Απουσιάζουν, ωστόσο, οι μεγάλες κινεζικές τράπεζες και οι ισχυροί κρατικοί όμιλοι, η στοχοποίηση των οποίων θα μπορούσε να προκαλέσει πραγματικό οικονομικό σοκ. Η επιλογή αυτή αποκαλύπτει τα όρια της αμερικανικής στρατηγικής. Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να απομονώσει πλήρως την Τεχεράνη, χωρίς όμως να ανοίξει ταυτόχρονα ένα ανεξέλεγκτο μέτωπο με το Πεκίνο.
Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται στους αριθμούς. Σύμφωνα με διαφορετικές εκτιμήσεις διεθνών μέσων και αναλυτών, η Κίνα απορροφά περισσότερο από το 80% και ενδεχομένως έως και το 90% των θαλάσσιων εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε εκστρατεία οικονομικού στραγγαλισμού του Ιράν, η οποία δεν περιορίζει αποτελεσματικά τις συναλλαγές με την Κίνα, κινδυνεύει να αφήσει ανοιχτή τη σημαντικότερη πηγή εσόδων της Τεχεράνης.
Το ιρανικό πετρέλαιο δεν καταλήγει συνήθως στους μεγαλύτερους κρατικούς ενεργειακούς ομίλους της Κίνας. Μεγάλο μέρος του αγοράζεται από μικρότερα ανεξάρτητα διυλιστήρια, γνωστά ως «teapots», τα οποία έχουν περιορισμένη έκθεση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και συνεπώς μικρότερο φόβο απέναντι στις κυρώσεις.
Παράλληλα, χρησιμοποιούνται ενδιάμεσες εταιρείες, αλλαγές ιδιοκτησίας και σημαίας πλοίων, μεταφορτώσεις φορτίων στη θάλασσα και διαφορετικές δηλώσεις προέλευσης. Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο δίκτυο που δυσκολεύει την παρακολούθηση των πραγματικών διαδρομών του πετρελαίου.
Το όπλο των δευτερογενών κυρώσεων
Η πραγματική απειλή της Ουάσινγκτον βρίσκεται στις λεγόμενες δευτερογενείς κυρώσεις. Οι ΗΠΑ δεν περιορίζονται στην απαγόρευση συναλλαγών μεταξύ αμερικανικών και ιρανικών επιχειρήσεων. Απειλούν με αποκλεισμό από το δολάριο και την αμερικανική αγορά οποιαδήποτε ξένη εταιρεία ή τράπεζα συνεχίζει να συνεργάζεται με την Τεχεράνη.
Η ισχύς αυτού του μηχανισμού βασίζεται στον κεντρικό ρόλο του δολαρίου και των αμερικανικών τραπεζών στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Για μία μεγάλη κινεζική τράπεζα με παγκόσμια δραστηριότητα, η απώλεια πρόσβασης σε αυτό το σύστημα θα είχε τεράστιο κόστος.
Για ένα μικρό διυλιστήριο που δραστηριοποιείται κυρίως στο εσωτερικό της Κίνας, όμως, η απειλή είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική. Αυτό ακριβώς το χάσμα εκμεταλλεύονται τα δίκτυα εμπορίας του ιρανικού πετρελαίου.
Γιατί η Ουάσινγκτον διστάζει
Η επιβολή κυρώσεων σε μεγάλες κινεζικές τράπεζες θα μπορούσε θεωρητικά να στερήσει από το Ιράν το σημαντικότερο κανάλι χρηματοδότησης. Θα μπορούσε, όμως, να πυροδοτήσει μια ευρύτερη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου.
Το Πεκίνο διαθέτει δικά του εργαλεία οικονομικής πίεσης. Μεταξύ αυτών βρίσκεται ο έλεγχος μεγάλου μέρους της παγκόσμιας παραγωγής και επεξεργασίας σπάνιων γαιών, οι οποίες είναι απαραίτητες για την αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, την τεχνολογία και την αμυντική βιομηχανία.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον δεν θέλει να θέσει σε κίνδυνο τη συνολικότερη προσπάθεια διαχείρισης των σχέσεων με την Κίνα. Η οικονομική πίεση κατά του Ιράν, επομένως, συγκρούεται με άλλες αμερικανικές προτεραιότητες.
Από την πλευρά της, η Κίνα χαρακτηρίζει τις αμερικανικές κυρώσεις μονομερείς και στερούμενες διεθνούς νομιμοποίησης. Υποστηρίζει ότι οι εμπορικές σχέσεις της με το Ιράν είναι νόμιμες και προειδοποιεί ότι θα λάβει «όλα τα αναγκαία μέτρα», για να προστατεύσει τις επιχειρήσεις και τα συμφέροντά της.
Η διατύπωση παραμένει σκοπίμως αόριστη. Επιτρέπει στο Πεκίνο να κρατά ανοικτό το ενδεχόμενο αντιποίνων, χωρίς να δεσμεύεται από τώρα για το εύρος τους. Ταυτόχρονα, η Κίνα έχει κάθε λόγο να αποφύγει περαιτέρω αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ενέργειας της περιοχής και επηρεάζεται άμεσα από τους περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η αμερικανική στρατηγική μπορεί να κάνει τις εξαγωγές του Ιράν ακριβότερες, πιο περίπλοκες και λιγότερο κερδοφόρες. Μπορεί να αναγκάσει την Τεχεράνη να προσφέρει μεγαλύτερες εκπτώσεις, να χρησιμοποιεί περισσότερους μεσάζοντες και να αναλαμβάνει αυξημένο κίνδυνο για κάθε φορτίο.
Δεν είναι, όμως, βέβαιο ότι μπορεί να διακόψει πλήρως τη ροή των εσόδων όσο η κινεζική αγορά παραμένει διαθέσιμη. Και ακόμη λιγότερο βέβαιο είναι ότι η οικονομική πίεση θα οδηγήσει γρήγορα το καθεστώς των μουλάδων σε πολιτική υποχώρηση.
Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Εάν περιορίσει τις κυρώσεις σε μικρότερες εταιρείες και στο λεγόμενο σκιώδες εμπόριο, το Ιράν πιθανότατα θα συνεχίσει να εξάγει μέρος του πετρελαίου του. Εάν πλήξει τους μεγάλους κινεζικούς οικονομικούς οργανισμούς, κινδυνεύει να μετατρέψει την εκστρατεία κατά της Τεχεράνης σε ανοιχτή οικονομική σύγκρουση με το Πεκίνο.
Οι νέες κυρώσεις μπορεί, επομένως, να είναι λιγότερο η τελική επίθεση κατά της ιρανικής οικονομίας και περισσότερο μια προειδοποιητική βολή προς την Κίνα. Το πραγματικό τεστ θα έρθει, εάν το Πεκίνο αρνηθεί να περιορίσει τις συναλλαγές του και η αμερικανική ηγεσία κληθεί να αποφασίσει εάν είναι πράγματι διατεθειμένη να τιμωρήσει τον σημαντικότερο οικονομικό εταίρο του Ιράν...