Για πάνω από δύο δεκαετίες ο Βλαντίμιρ Πούτιν επιχείρησε να οικοδομήσει την εικόνα της Ρωσίας ως αναγεννημένης μεγάλης δύναμης, γεωπολιτικά επιδραστικής και ικανής να αμφισβητεί ευθέως την αμερικανική ηγεμονία.
Όταν εισέβαλε στην Ουκρανία, διαβεβαίωνε τους Ρώσους ότι η χώρα του «μπορεί να το ξανακάνει» - να κινηθεί δηλαδή στρατιωτικά προς τη Δύση και να επικρατήσει, όπως είχε κάνει η Σοβιετική Ένωση απέναντι στη ναζιστική Γερμανία. Σήμερα, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, η υπόσχεση αυτή ηχεί κενή.
Ο πόλεμος που υποτίθεται ότι θα τελείωνε σε τρεις ημέρες έχει πλέον ξεπεράσει σε διάρκεια τις 1.418 ημέρες που χρειάστηκε ο Κόκκινος Στρατός για να ανατρέψει τη ναζιστική εισβολή στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η σύγκριση είναι ιδιαίτερα επώδυνη για το Κρεμλίνο, καθώς αυτή τη φορά, αντί να πανηγυρίζει για έναν θρίαμβο, βρίσκεται αντιμέτωπο με έναν παρατεταμένο πόλεμος φθοράς με τεράστιο ανθρώπινο και πολιτικό κόστος.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται το Politico, η Ρωσία του Πούτιν έχει υποστεί περίπου 1,1 εκατομμύριο απώλειες, ενώ έχει καταφέρει να καταλάβει μόνο ένα περιορισμένο τμήμα της ουκρανικής επικράτειας. Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος επιστρέφει στο εσωτερικό της χώρας: ουκρανικό πυραυλικό πλήγμα άφησε πρόσφατα περίπου 600.000 Ρώσους χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα στην παραμεθόρια περιοχή του Μπέλγκοροντ, υπονομεύοντας το αφήγημα ασφάλειας και ελέγχου.
Η κατάρρευση του «άξονα Πούτιν»
Ακόμη πιο ανησυχητική για τη Μόσχα είναι η αποδόμηση του διεθνούς δικτύου συμμάχων που ο Πούτιν έχτισε σταδιακά από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Όπως σημειώνει το Politico, «διεθνώς, φαίνεται ότι ο Πούτιν μπορεί να κάνει ελάχιστα για να αποτρέψει το “ξήλωμα” του ενός μετά του άλλου των συμμάχων του».
Η Ρωσία έχει βρεθεί σε θέση άμυνας στη Μέση Ανατολή από τα τέλη του 2024, όταν η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία της στέρησε έναν σταθερό και στρατηγικά κρίσιμο εταίρο. Λίγους μήνες αργότερα, ακολούθησε ένα ακόμη ισχυρό πλήγμα κύρους: η σύλληψη από τις ΗΠΑ του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, που είχε εμφανιστεί μόλις έναν χρόνο νωρίτερα στο πλευρό του Πούτιν στην Παρέλαση της Νίκης στη Μόσχα.
Ιδιαίτερα ταπεινωτικό θεωρείται και το γεγονός ότι η Ρωσία δεν κατάφερε να αποτρέψει την πρωτοφανή κατάσχεση δεξαμενόπλοιου με ρωσική σημαία από τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που ανέδειξε τα όρια της ρωσικής αποτρεπτικής ισχύος.
Το Ιράν και οι αυταπάτες της συμμαχίας
Το Ιράν, με το οποίο η Ρωσία υπέγραψε μόλις πέρυσι στρατηγική συμφωνία 20 ετών, αποτελεί πλέον το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της φθοράς. Παρά τη στενή στρατιωτική συνεργασία - με την Τεχεράνη να έχει προμηθεύσει τη Μόσχα με drones Shahed για τον πόλεμο στην Ουκρανία - το ιρανικό καθεστώς βρίσκεται αντιμέτωπο με μαζικές διαδηλώσεις και απειλές αμερικανικής στρατιωτικής παρέμβασης.
Όπως εξηγεί ο αναλυτής Νικίτα Σμάγκιν, «οι Ιρανοί δεν έχουν αυταπάτες ότι, αν η κατάσταση γίνει πραγματικά κρίσιμη, η Ρωσία θα αποσυρθεί, όπως έκανε στην περίπτωση του Μπασάρ αλ Άσαντ». Παρότι υπάρχουν αναφορές ότι η Μόσχα παρείχε τεθωρακισμένα οχήματα και ελικόπτερα για την καταστολή των διαδηλώσεων, η ρωσική στήριξη θεωρείται περιορισμένη και κυρίως συμβολική.
Ο Ρώσος πρώην διπλωμάτης Μπόρις Μποντάρεφ είναι ακόμη πιο κατηγορηματικός: «Ούτε η Βενεζουέλα ούτε το Ιράν αποτελούν μέρος κάποιας ρωσικής αυτοκρατορίας. Μετά την εισβολή στην Ουκρανία, ήταν σημαντικό για τη Ρωσία να δείξει ότι δεν είναι μόνη. Αλλά αυτό ήταν προπαγάνδα».
Ρωγμές στο εσωτερικό αφήγημα
Οι εξελίξεις αυτές δεν περνούν απαρατήρητες ούτε στο εσωτερικό της Ρωσίας. Ο φιλοπολεμικός στρατιωτικός μπλόγκερ Μαξίμ Καλάσνικοφ έγραψε χαρακτηριστικά ότι «μια ολόκληρη εποχή φτάνει στο τέλος της», κατηγορώντας τις Αρχές ότι επένδυσαν περισσότερο στη δημιουργία εικόνας μεγάλης δύναμης παρά στη συγκρότηση πραγματικής ισχύος. «Η υπόσχεση ότι “μπορούμε να το ξανακάνουμε” απέτυχε», κατέληξε.
Άλλοι σχολιαστές επιχειρούν να υποβαθμίσουν την κατάσταση, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή Ρωσία δεν πολεμά με την ίδια κοινωνική κινητοποίηση όπως στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Τότε πολεμούσε ολόκληρη η χώρα, τώρα ενδιαφέρεται μόλις το 5%», ανέφερε χαρακτηριστικά φιλοκυβερνητικό κανάλι στο Telegram.
Επίδειξη ισχύος αντί υποχώρησης
Παρά τη φθορά και τις διεθνείς ταπεινώσεις ο Πούτιν δεν δείχνει διατεθειμένος να αλλάξει πορεία. Όπως σημειώνει ο Μποντάρεφ, το Κρεμλίνο αντιλαμβάνεται τις κινήσεις των ΗΠΑ ως προσπάθεια να το «στριμώξουν στη γωνία» και, για τον λόγο αυτό, θα επιδιώξει να δείξει ότι δεν υποκύπτει στην πίεση.
Η πρόσφατη εκτόξευση υπερηχητικού πυραύλου Oreshnik προς την Ουκρανία εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική. «Ακόμη κι αν είναι αδύναμο το Κρεμλίνο θα προσπαθήσει να δείξει ότι είναι ισχυρό», προειδοποιεί ο Μποντάρεφ. Το τέλος μιας εποχής για τον Πούτιν, λοιπόν, δεν προμηνύει απαραίτητα αποκλιμάκωση - αλλά μια πιο επικίνδυνη και απρόβλεπτη φάση.