
Οι Άγιοι Μάρτυρες Βιθύνιος η Βυθόνιος, Γάλυκος και Δίος, σύμφωνα με τον Λαυρεωτικό Κώδικα, με αυτοπροαίρετη διάθεση, γνώμη και ομοψυχία παρέστησαν στον άρχοντα της πόλεώς τους, τον έλεγξαν για την παράνομη ασέβεια και τις ειδωλολατρικές θυσίες και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό.
Ο άρχοντας τότε, επειδή οι Εθνικοί προετοιμάζονταν εκείνη την στιγμή να προσφέρουν θυσία στα είδωλα, τους είπε να θυσιάσουν πρώτα στους θεούς και έπειτα θα έκανε ότι του έλεγαν. Οι Άγιοι, προσποιούμενοι, ότι θα θυσιάσουν στα είδωλα, εισήλθαν στον ειδωλολατρικό ναό και συνέτριψαν τα είδωλα.
Ύστερα από αυτό, οι φτωχοί της πόλεως άρχισαν να μαζεύουν τα συντρίμματα των ειδώλων, όσα ήταν αργυρά και χρυσά, διότι υπήρχε τότε λιμός μεγάλος.
Μόλις ο άρχοντας της χώρας και οι ειδωλολάτρες είδαν τα γενόμενα, θεώρησαν ότι οι Άγιοι Μάρτυρες καθύβρισαν την πλάνη τους.
Γι’ αυτό, αφού τους συνέλαβαν, τους έδεσαν με σχοινιά και τους έσυραν στην αγορά χτυπώντας τους. Άλλοι τους κατέκοβαν τις σάρκες με τα δόντια τους και άλλοι τους κτυπούσαν με πέτρες και ξύλα.
Το μαρτύριό τους κράτησε τρεις ημέρες και νύχτες. Βλέποντας οι ειδωλολάτρες την σθεναρή στάση και την πίστη των Αγίων τους έριξαν στη θάλασσα, αφού τους κρέμασαν βαριές πέτρες.
Όμως Άγγελος Κυρίου τους διέσωσε και τους οδήγησε στην στεριά. Πολλοί από τους Εθνικούς που είδαν το θαύμα, προσήλθαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν.
Στην συνέχεια, με εντολή του άρχοντα, οι Άγιοι Μάρτυρες αποκεφαλίσθηκαν και έλαβαν το στέφανο του μαρτυρίου και της δόξας.