Η διεθνής αγορά ενέργειας βρέθηκε αντιμέτωπη με μια αιφνίδια και βαθιά κρίση, καθώς οι εξελίξεις στο Κατάρ προκαλούν αλυσιδωτές αντιδράσεις σε Ευρώπη και Ασία. Την ώρα που τα σωστικά συνεργεία επιχειρούσαν ανάμεσα στα συντρίμμια του συγκροτήματος Ras Laffan το πρωί της Πέμπτης, οι αγορές ξυπνούσαν σε μια νέα, δυσοίωνη πραγματικότητα.
Το Ras Laffan διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην παγκόσμια αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), καλύπτοντας περίπου το 20% της συνολικής προσφοράς υπό κανονικές συνθήκες. Πρόκειται για μια γιγαντιαία βιομηχανική εγκατάσταση, σχεδόν τριπλάσια σε έκταση από το Παρίσι, η οποία δημιουργήθηκε σταδιακά σε διάστημα 30 ετών με επενδύσεις που ανέρχονται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια.
Οι Financial Times επισημαίνουν ότι οι τερματικοί σταθμοί LNG συγκαταλέγονται στις πιο σύνθετες κατασκευές που έχει δημιουργήσει ο άνθρωπος, με το Ras Laffan να ξεχωρίζει ως ο μεγαλύτερος παγκοσμίως. Μέχρι την πρόσφατη επίθεση, η εγκατάσταση μετέτρεπε τα τεράστια αποθέματα φυσικού αερίου του Κατάρ σε υγροποιημένη μορφή, έτοιμη για μεταφορά σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Η είδηση της επίθεσης προκάλεσε σοκ στην ενεργειακή κοινότητα. «Ξύπνησα σήμερα το πρωί και σκέφτηκα: “Όχι, σε παρακαλώ, όχι”», δήλωσε η Anne-Sophie Corbeau, πρώην επικεφαλής ανάλυσης αερίου στην BP και νυν στέλεχος του Κέντρου Παγκόσμιας Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Κολούμπια. «Αυτό ήταν πάντα το σενάριο του εφιάλτη μου, το σενάριο Αρμαγεδδώνα, αυτό που δεν ήθελα να συμβεί».
Σύμφωνα με πληροφορίες, η επίθεση πραγματοποιήθηκε με δύο διαδοχικά κύματα βαλλιστικών πυραύλων από το Ιράν, το βράδυ της Τετάρτης και τις πρώτες ώρες της Πέμπτης. Έμποροι φυσικού αερίου ανέφεραν ότι δυσκολεύονταν να αντιληφθούν το μέγεθος της καταστροφής, με έναν εξ αυτών να τονίζει: «Αυτό δεν έχει προηγούμενο».
Εκτίναξη τιμών και ανατροπή προβλέψεων
Η αντίδραση των αγορών ήταν άμεση και έντονη. Με το άνοιγμα των συναλλαγών, οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη κατέγραψαν άνοδο 30%, ενώ από την έναρξη της σύγκρουσης έχουν υπερδιπλασιαστεί. Οι επενδυτές προσπαθούν πλέον να αποτιμήσουν τις συνέπειες μιας παρατεταμένης διακοπής των ροών από το Κατάρ, που ενδέχεται να διαρκέσει μήνες ή και περισσότερο.
Παράλληλα, η τιμή του πετρελαίου σημείωσε αύξηση 10%, προσεγγίζοντας τα 119 δολάρια ανά βαρέλι, εν μέσω φόβων για νέες επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές.
Η QatarEnergy, η κρατική εταιρεία που διαχειρίζεται το Ras Laffan, ανέφερε στο Reuters ότι δύο μονάδες LNG –με συμμετοχή της ExxonMobil– υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Η αποκατάστασή τους εκτιμάται ότι θα διαρκέσει από τρία έως πέντε χρόνια, με ετήσιες απώλειες εσόδων που αγγίζουν τα 20 δισ. δολάρια. Επιπλέον, η εταιρεία θα αναγκαστεί να ακυρώσει μακροχρόνιες συμφωνίες προμήθειας με χώρες όπως η Ιταλία, το Βέλγιο, η Νότια Κορέα και η Κίνα.
Η απώλεια παραγωγής αντιστοιχεί περίπου στο 17% της συνολικής δυναμικότητας του Κατάρ, μεταβάλλοντας δραματικά τις ισορροπίες στην αγορά.
Μακροχρόνια πίεση και παγκόσμιος ανταγωνισμός
Μέχρι πρόσφατα, η αγορά θεωρούσε ότι η κατάσταση θα εξομαλυνθεί μετά από ενδεχόμενη αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και την αποκατάσταση της ασφάλειας στη ναυσιπλοΐα μέσω του Στενού του Ορμούζ. Ωστόσο, οι νέες εξελίξεις έχουν ανατρέψει πλήρως αυτές τις εκτιμήσεις.
Όπως αναφέρεται στο σχετικό δημοσίευμα, ένας έμπορος προειδοποίησε ότι οι τιμές στην Ευρώπη θα παραμείνουν αυξημένες «μέχρι το 2027», ενώ η αναπλήρωση των αποθεμάτων ενόψει του επόμενου χειμώνα καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη. Την ίδια στιγμή, οι ασιατικές χώρες στρέφονται μαζικά προς τις ΗΠΑ για προμήθειες LNG, εντείνοντας τον ανταγωνισμό.
Η Ασία ήδη βιώνει ενεργειακές ελλείψεις και περιορισμούς στην κατανάλωση, ενώ η Ευρώπη –η οποία έχει αυξήσει την εξάρτησή της από το LNG μετά τη μείωση των ρωσικών ροών–, βρίσκεται αντιμέτωπη με σκληρό ανταγωνισμό από μεγάλους εισαγωγείς, όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.
Ο Laurent Segalen, επενδυτικός τραπεζίτης στον τομέα της καθαρής ενέργειας, περιέγραψε την κατάσταση με δραματικούς όρους: «Είναι η Αποκάλυψη τώρα. Οι επόμενοι μήνες για τους εισαγωγείς φυσικού αερίου θα είναι σφαγή».
Σημειώνεται ότι το Ras Laffan διαθέτει 14 μονάδες υγροποίησης, με ετήσια παραγωγή 77 εκατομμυρίων τόνων LNG – ποσότητα που καλύπτει πλήρως τις ανάγκες της Ιαπωνίας ή υπερβαίνει τη συνολική ζήτηση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιταλίας μαζί.
Δύσκολη αποκατάσταση και αβέβαιο μέλλον
Η αποκατάσταση των ζημιών στο Ras Laffan αποτελεί ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία, καθώς ο εξοπλισμός που χρησιμοποιείται για την υγροποίηση του φυσικού αερίου είναι εξαιρετικά εξειδικευμένος. Οι εργασίες θα ξεκινήσουν μόνο όταν διασφαλιστεί πλήρως η ασφάλεια των εργαζομένων, χωρίς τον κίνδυνο νέων επιθέσεων.
Ο Tom Marzec-Manser, ειδικός στο LNG στην ενεργειακή συμβουλευτική εταιρεία Wood Mackenzie, υπογράμμισε ότι η επιστροφή στην κανονικότητα δεν είναι άμεση προοπτική: «Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε άμεσα είναι ότι, ανεξάρτητα από το πότε θα τελειώσει η σύγκρουση, η επαναφορά της κανονικής παραγωγής από το Κατάρ δεν πρόκειται να συμβεί μέσα σε λίγες εβδομάδες». Όπως σημείωσε, προηγούμενες εκτιμήσεις για επανεκκίνηση εντός 40 ημερών «δεν ισχύουν πλέον».
Τα σχέδια επέκτασης της εγκατάστασης με έξι νέες μονάδες υγροποίησης αναμένεται επίσης να καθυστερήσουν. «Υπάρχει ένα στοιχείο αβεβαιότητας, αλλά πλέον γνωρίζουμε ότι πρόκειται για μείωση της προσφοράς που θα διαρκέσει μήνες», πρόσθεσε.
Παρά τις νέες μονάδες LNG που ετοιμάζονται να τεθούν σε λειτουργία στις ΗΠΑ, η απώλεια του καταριανού αερίου δεν μπορεί να αντισταθμιστεί εύκολα χωρίς σημαντικές γεωπολιτικές συνέπειες. Η Corbeau επισήμανε ότι ήδη διατυπώνονται πολιτικές πιέσεις για χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό φυσικό αέριο.
Την ίδια ώρα, αρκετές χώρες επιστρέφουν στη χρήση άνθρακα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ βιομηχανίες στη νοτιοανατολική Ασία περιορίζουν ή διακόπτουν τη λειτουργία τους λόγω έλλειψης ενέργειας.
Ο Segalen προειδοποίησε για μια νέα παγκόσμια πραγματικότητα: «Ο κόσμος της ενέργειας θα διασπαστεί μεταξύ εκείνων που έχουν και εκείνων που δεν έχουν».