Πριν ακόμη αρχίσει να ρέει το φυσικό αέριο από το κυπριακό κοίτασμα «Αφροδίτη», ένας νέος λογαριασμός απειλεί να ανατρέψει τους οικονομικούς σχεδιασμούς του έργου. Η Chevron και οι εταίροι της φέρονται να ζητούν τριπλάσια τέλη μεταφοράς μέσω αιγυπτιακών υδάτων, με τη Λευκωσία να απορρίπτει ως υπερβολική την πρόταση και να απαιτεί ανταγωνιστικότερους όρους.
Μήνυμα Φράγκου στην κυβέρνηση: Ετοιμότητα πριν εμφανιστούν οι τουρκικές φρεγάτες
Η διαφωνία, την οποία αποκάλυψε το εξειδικευμένο ενεργειακό έντυπο Middle East Economic Survey (MEES), δεν αφορά μερικά επιπλέον εκατομμύρια. Εάν η παραγωγή φτάσει στο προβλεπόμενο ανώτατο επίπεδο, η αύξηση θα μπορούσε να επιβαρύνει τη μεταφορά του φυσικού αερίου με περίπου 500 εκατομμύρια δολάρια επιπλέον κάθε χρόνο.
Το ποσό δεν αποτελεί άμεση ζημιά του κυπριακού Δημοσίου. Αναδεικνύει, όμως, πόσο μεγάλη οικονομική διαφορά χωρίζει σήμερα τις δύο πλευρές.
Από το ένα στα τρία δολάρια – Ποιος θα πληρώσει τον αγωγό;
Σύμφωνα με την ανάλυση του MEES, η κοινοπραξία του «Αφροδίτη» προτείνει χρέωση περίπου τριών δολαρίων ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες φυσικού αερίου (MMBtu), έναντι ενός δολαρίου που είχε αρχικά υπολογιστεί.
Πρόκειται για τριπλασιασμό της προτεινόμενης τιμής μεταφοράς, ο οποίος επηρεάζει την οικονομική απόδοση ολόκληρης της επένδυσης.
Η Λευκωσία θεωρεί τη χρέωση υπερβολική και έχει ζητήσει από τις εταιρείες να επιστρέψουν με νέα πρόταση. Στο επίκεντρο βρίσκεται η διαδρομή που θα ακολουθεί το φυσικό αέριο από την κυπριακή ΑΟΖ μέχρι το αιγυπτιακό δίκτυο.
Το σχέδιο προβλέπει επεξεργασία του αερίου σε πλωτή μονάδα παραγωγής πάνω από το κοίτασμα και στη συνέχεια μεταφορά του με υποθαλάσσιο αγωγό προς το Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου.
Έως μισό δισεκατομμύριο τον χρόνο – Η οικονομική παγίδα
Η διαφορά των δύο δολαρίων ανά MMBtu αποκτά τεράστια σημασία όταν υπολογιστεί πάνω στην προβλεπόμενη παραγωγή.
Το κοίτασμα θα μπορούσε να φτάσει τα 700 εκατομμύρια κυβικά πόδια φυσικού αερίου ημερησίως. Με αυτά τα δεδομένα, το MEES εκτιμά ότι η πρόσθετη ετήσια χρέωση μεταφοράς μπορεί να πλησιάσει τα 500 εκατομμύρια δολάρια.
Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάσουμε τον αριθμό.
Τα 500 εκατομμύρια δεν είναι χρήματα που έχει χάσει η Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι υπολογισμός της διαφοράς στο συνολικό ετήσιο κόστος μεταφοράς, εφόσον επιτευχθεί η συγκεκριμένη παραγωγή και εφαρμοστεί η υψηλότερη τιμή.
Το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα για το κυπριακό κράτος θα εξαρτηθεί από τους συμβατικούς όρους κατανομής εσόδων, τα λειτουργικά έξοδα και την απόδοση του κοιτάσματος.
Ποιος θα εισπράττει τα τέλη και ποιος θα καρπώνεται το αέριο;
Στην καρδιά της αντιπαράθεσης βρίσκεται ο σχεδιαζόμενος εταιρικός μηχανισμός μεταφοράς.
Το τμήμα του αγωγού εντός της αιγυπτιακής ΑΟΖ αναμένεται να αναπτυχθεί και να λειτουργεί μέσω της Aphrodite Midstream Company (AMC), στην οποία προβλέπεται να συμμετέχουν οι εταίροι του κοιτάσματος και φορέας που θα ορίσει η Αίγυπτος.
Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν προβλέπεται να έχει άμεση συμμετοχή στην εταιρεία αυτή.
Επομένως, υψηλότερα τέλη μπορούν να αυξήσουν τα έσοδα της εταιρείας μεταφοράς, ενώ ταυτόχρονα επιβαρύνουν την οικονομική λειτουργία του ίδιου του κοιτάσματος.
Δεν πρόκειται απλώς για διαπραγμάτευση γύρω από την τιμή ενός αγωγού. Πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο θα μοιραστεί η οικονομική αξία του κυπριακού φυσικού αερίου, από την παραγωγή μέχρι την τελική πώληση.
Τρεις εκκρεμότητες κρατούν πίσω την «Αφροδίτη»
Το κόστος μεταφοράς δεν είναι η μοναδική ανοιχτή υπόθεση.
Πρώτον, η Λευκωσία και η κοινοπραξία πρέπει να καταλήξουν σε αποδεκτή τιμολόγηση για τον αγωγό.
Δεύτερον, δεν έχει ολοκληρωθεί η δεσμευτική συμφωνία πώλησης φυσικού αερίου με την αιγυπτιακή κρατική εταιρεία EGAS. Η Αίγυπτος επιθυμεί να προχωρήσει η διαδικασία ενόψει της ενεργειακής διοργάνωσης στην Αλεξάνδρεια, στις 20–22 Οκτωβρίου, όμως οι οικονομικές διαπραγματεύσεις εξακολουθούν να εκκρεμούν.
Τρίτον, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα του κοιτάσματος «Ισάι», καθώς μέρος του γεωλογικού σχηματισμού της «Αφροδίτης» εκτείνεται προς την ισραηλινή πλευρά των θαλάσσιων συνόρων.
Κύπρος και Ισραήλ συνεχίζουν τις τεχνικές και νομικές επαφές για μια συμφωνία που θα ρυθμίζει τη διασυνοριακή εκμετάλλευση του φυσικού αερίου.
Chevron, Shell και NewMed – Επένδυση 4 δισ. δολαρίων χωρίς τελική απόφαση
Η ανάπτυξη του «Αφροδίτη» βρίσκεται υπό τη διαχείριση της αμερικανικής Chevron, η οποία συμμετέχει με ποσοστό 35%. Η Shell διαθέτει επίσης 35%, ενώ η ισραηλινή NewMed Energy κατέχει το υπόλοιπο 30%.
Η Shell έχει ήδη συμφωνήσει την πώληση της συμμετοχής της στη MOL Group, με την ολοκλήρωση της συναλλαγής να εξαρτάται από τις προβλεπόμενες εγκρίσεις και άλλες προϋποθέσεις.
Το κοίτασμα διαθέτει εκτιμώμενους πόρους περίπου 3,7 τρισεκατομμυρίων κυβικών ποδιών φυσικού αερίου, ενώ το συνολικό κόστος ανάπτυξης τοποθετείται κοντά στα τέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια.
Η Chevron δηλώνει ότι συνεχίζονται ο τεχνικός σχεδιασμός και οι εμπορικές διαπραγματεύσεις για ένα οικονομικά βιώσιμο έργο. Δεν έχει ανακοινωθεί, ωστόσο, τελική επενδυτική απόφαση.
Ο χρόνος πιέζει – Το ορόσημο του 2027
Η τροποποιημένη συμφωνία ανάπτυξης του κοιτάσματος, που εγκρίθηκε τον Φεβρουάριο του 2025, προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα για τη λήψη της τελικής επενδυτικής απόφασης, με κρίσιμο ορόσημο περίπου τον Ιούνιο του 2027.
Ο σχεδιασμός προβλέπει ολοκλήρωση σημαντικών τεχνικών εργασιών έως τα τέλη του 2026 ή τις αρχές του 2027, ώστε να καταστεί δυνατή η επενδυτική απόφαση μέσα στην επόμενη χρονιά.
Στόχος παραμένει η έναρξη εμπορικής παραγωγής το 2031.
Η νέα διαφωνία για τα τέλη του αγωγού δεν σημαίνει ότι το έργο ακυρώθηκε ή ότι έχει ανακοινωθεί νέα επίσημη αναβολή. Προσθέτει όμως μία σοβαρή εκκρεμότητα σε ένα κοίτασμα που ανακαλύφθηκε το 2011 και εξακολουθεί να περιμένει την απόφαση που θα επιτρέψει την πλήρη ανάπτυξη του.
Για τη Λευκωσία, το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο να αρχίσει να εξάγεται το φυσικό αέριο της «Αφροδίτης», αλλά να εξασφαλιστεί ότι οι όροι μεταφοράς και πώλησης του θα αφήνουν επαρκές οικονομικό όφελος στην Κυπριακή Δημοκρατία.