Σε άτυπη, αλλά σαφή, προεκλογική τροχιά εισέρχεται το πολιτικό σκηνικό, με την οικονομία να επανέρχεται ραγδαία στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Μετά το σύνθημα εκλογικής ετοιμότητας που έδωσε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί ένα σύνθετο δίλημμα: τον συνδυασμό της εκλογικής αποτελεσματικότητας με τις αυστηρές απαιτήσεις της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής πολιτικής. Το πρώτο μεγάλο πεδίο δοκιμασίας αυτής της στρατηγικής αποτελεί η επερχόμενη Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ).
Οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες αλλάζουν το μείγμα πολιτικής
Στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης η προσέγγιση απέναντι στο φετινό πακέτο της ΔΕΘ χαρακτηρίζεται από αυστηρή προσοχή. Για πρώτη φορά στη μεταμνημονιακή περίοδο, οι αποφάσεις δεν θα βασιστούν αποκλειστικά στην τρέχουσα υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων ή το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αντιθέτως, κάθε παροχή ή φοροελάφρυνση πρέπει να εντάσσεται αρμονικά στον πολυετή δημοσιονομικό σχεδιασμό.
Οι νέοι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες επιβάλλουν συγκεκριμένα όρια, θέτοντας ως βασικά σημεία αναφοράς:
Την πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών.
Τη διατηρήσιμη και σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Τη δυνατότητα της χώρας να χρηματοδοτεί μόνιμα μέτρα χωρίς να προκαλούνται αποκλίσεις στα επόμενα έτη.
Οι αναλυτές του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας υποβάλλουν ήδη κάθε προτεινόμενο μέτρο σε προσομοιώσεις που εκτείνονται πολύ πέραν του προϋπολογισμού του 2026, εξετάζοντας τη συμβατότητά του με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις.
Η «αναβάθμιση» από τις αγορές και η αξιοπιστία του χρέους
Αυτή η προσήλωση στη δημοσιονομική σταθερότητα έχει ήδη μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο οι διεθνείς αγορές αντιμετωπίζουν την Ελλάδα. Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου τα ελληνικά ομόλογα δέχονταν δυσανάλογες πιέσεις σε κάθε διεθνή κρίση, σήμερα η χώρα αξιολογείται ως οργανικό μέλος της ευρωπαϊκής περιφέρειας, παρουσιάζοντας αισθητά μειωμένες διακυμάνσεις στις αποδόσεις του χρέους της.
Αυτό το οικονομικό «κεφάλαιο» της αξιοπιστίας επιτρέπει τη διατήρηση χαμηλότερου κόστους δανεισμού για το Δημόσιο, γεγονός που με τη σειρά του μειώνει το κόστος χρηματοδότησης για τράπεζες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Ωστόσο, η εμπιστοσύνη αυτή δεν θεωρείται μόνιμη. Αποτελεί άμεση συνάρτηση της ικανότητας της χώρας να διατηρεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και να προωθεί διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Το δίλημμα: Επιδόματα ή μόνιμες φοροελαφρύνσεις;
Το κεντρικό ερώτημα που καλείται να απαντήσει η κυβέρνηση ενόψει της ΔΕΘ δεν είναι μόνο το ύψος του διαθέσιμου χώρου, αλλά κυρίως η κατεύθυνση των πόρων.
Τα τελευταία χρόνια επικράτησε η λογική των στοχευμένων επιδομάτων για την αναχαίτιση της ενεργειακής και πληθωριστικής κρίσης. Καθώς όμως η οικονομία σταθεροποιείται, αναδεικνύεται η ανάγκη για ριζική αλλαγή του μείγματος πολιτικής προς την κατεύθυνση:
Μόνιμων φορολογικών ελαφρύνσεων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Μείωσης των βαρών στην εργασία.
Ενίσχυσης των δημόσιων επενδύσεων, της Υγείας και της Παιδείας.
Οι τελικές αποφάσεις για το πακέτο της ΔΕΘ θα «κλειδώσουν» στα τέλη Αυγούστου, όταν το οικονομικό επιτελείο θα έχει πλήρη εικόνα για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, τα έσοδα και τα αποτελέσματα της τουριστικής περιόδου, αποκαλύπτοντας τον πραγματικό μόνιμο δημοσιονομικό χώρο της ελληνικής οικονομίας.