ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί στα αποκαϊδια της Μόριας;

Του Μάνου Χατζηγιάννη

 

Υπάρχει μια παλιά ψευδαίσθηση: Ονομάζεται Καλό και Κακό, έλεγε ο Νίτσε…

Από τον Απρίλιο του 2016 όταν την Μόρια επισκέφθηκαν ο Πάπας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης και ο δικός μας Αρχιεπίσκοπος μέχρι την πρόσφατη ολέθρια καταστροφή δεν έχουν περάσει παρά μονάχα 3,5 χρόνια. Είναι ένα παραμύθι χωρίς τέλος. Εφιαλτικό για τους…ενοίκους του καταυλισμού, υποκριτικό για τους αξιωματούχους Ελλάδας και Ευρώπης. Η Μόρια γεμίζε και ξαναγέμιζε σαν το Πυθάρι των Δαναϊδων και μόνο όσοι εθελοτυφλούσαν δεν ήταν έτοιμοι για τα χειρότερα.

Και το κακό συνέβη… Όχι πάντως αιφνιδιαστικά…

Και μετά; Έστιν δίκης οφθαλμός ος τα πανθ’ ωρά … με την δικαιοσύνη του καφενέ! Όλοι βγήκαν να κουνήσουν το δάχτυλο στους απέναντι.

Από την μια εκείνοι, που στην δραματική νύχτα της Μόριας και στα αποκαϊδια μιας ούτως ή άλλως “καμμένης” εδώ και χρόνια μεταναστευτικής στρατηγικής, βλέπουν μονάχα βασανισμένους πρόσφυγες και εγκληματικές αρχές, οι οποίες είτε με την μορφή των αστυνομικών δυνάμεων είτε με την μορφή των τοπικών και κεντρικών φορέων αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν τους δύσμοιρους αναξιοαπαθούντες. Όσοι είναι από αυτήν την πλευρά σφυρίζουν αδιάφορα σχετικά με το πως ο καταυλισμός έγινε παρανάλωμα του πυρός. Κανένα σχόλιο για τους υπαίτιους, για τις συμπλοκές συμμοριών μεταναστών με την αστυνομία, για τις επιθέσεις κάποιων εξ αυτών και στις πυροσβεστικές δυνάμεις που έσπευσαν στο σημείο. Ευαισθησία αλά καρτ…

Από την άλλη πλευρά οι μανιασμένοι τρωγλοδύτες μιας αξιολύπητης ζήσης, που άφησαν για λίγο την αντιπαράθεση για τις μάσκες και για το αν υπάρχει κορονοϊός, και επέστρεψαν στην παραδοσιακή συνταγή, ουρλιάζοντας πως όλοι οι μετανάστες είναι εν δυνάμει εγκληματίες και πως μόνη λύση είναι να τους βάλουμε σε βάρκες και να τους στείλουμε πίσω. Που ακριβώς πίσω δεν ξέρουν ούτε οι ίδιοι, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα.

Άντε τώρα να παραπέμψεις και τους μεν και τους δε στα “Δελφικά Παραγγέλματα” και συγκεκριμένα σε εκείνο που έλεγε: “Μέτρον άριστον”.

Στις 20 Ιουνίου, Παγκόσμια Ημέρα προσφύγων, του ιδίου νομίσματος στο μεταναστευτικό.

Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης πολλά χρόνια πριν στηθούν καταυλισμοί στην κάθε Μόρια είχαν δημιουργηθεί ήδη γκέτο μεταναστών.

Η απάντηση λοιπόν στην παραζάλη των ημερών και στο ερώτημα “Ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί στα αποκαϊδια της Μόριας;” είναι ότι πρέπει να επικεντρωθούμε στο θέμα και όχι στον αντίπαλο ως άτομο με κακές προθέσεις, ή ίσως ακόμη χειρότερα, ως ένα κακό άτομο. Αγνοούμε την λύση στο ζήτημα και πάμε σε προσωπικές επιθέσεις εκατέρωθεν. Οι “φασίστες” και οι “απάτριδες”… Μόνο τα κονσερβοκούτια μας λείπουν, αλλά πάλι κονσερβοκούτια στην εποχή του 30% του Big Brother λίγο δύσκολο.

Τέτοιες επιθέσεις, ad hominem, δεν οδηγούν πουθενά παρά σε μια ανακύκλωση της αντιπαράθεσης. Ούτε είναι δυνατόν κάθε λαϊκή αντίδραση να καταδικάζεται εκ προοιμίου σαν να έχουμε να κάνουμε με “ενώσεις κακών ανθρώπων” όταν προσπαθούν να συζητήσουν βασικά ζητήματα του τόπου τους. Ούτε κι από την αντίπερα όχθη κάθε ευαισθησία για τους ανήμπορους από τους χιλιάδες αλλοεθνείς, που στοιβάζονται σε ακατάλληλους χώρους, να στιγματίζεται σαν “προδοσία κατά της πατρίδος”.

Η σύγκρουση έχει όλο και πιο έντονα θρησκευτικά και ηθικολογικά στοιχεία. Η επιλογή είναι μεταξύ καλού και κακού. Μεταξύ του καλού που επιδεικνύει επιμελώς την καλοσύνη και του κακού που είναι επιθετικό και αγενές. Και επανερχόμαστε στο ερώτημα: “Ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί στα αποκαϊδια της Μόριας;”

Η μαζική μετανάστευση δεν είναι μονάχα μια λανθασμένη απόφαση, αλλά μια ολόκληρη σειρά λαθών, αλλά συνεχίζεται και τείνει να γίνει παράδοση που δεν μπορεί να σπάσει. Η γραφειοκρατία βλέπει τα νέα πολιτικά μηνύματα όπου εκφράζονται ανησυχίες ως προπαγάνδα για εξαπάτηση του λαού και τίποτα δεν οδηγεί σε αλλαγή πολιτικής. Η παράσταση συνεχίζεται όπως και πριν. Κι αντί εμείς να αναζητήσουμε τους υπευθύνους για την καταστροφική αυτή παρωδία, βλέπουμε για πολλοστή φορά το δέντρο αντί για το δάσος.

Ας καταλάβουμε επιτέλους πως ως πολιτικά όντα δεν έχουμε “ασυλία της αγέλης”!

Αλλά το κατεστημένο δεν χρειάζεται να κερδίσει τις μάχες για να παραμείνει ισχυρό. Αρκεί που έχει διαιρέσει το κοπάδι σε λευκούς και μαύρους αμνούς. Αυτός που δικάζει τον άλλον μπορεί να επισημάνει αυθαίρετα έναν κανόνα και στη συνέχεια να καταδικάσει την παραβίαση των κανόνων.

Ο μόνος τρόπος να ξεφύγουμε από αυτό είναι να αποτίσουμε φόρο τιμής στις βασικές αξίες όπως η λογική, η αιτιότητα και η αλήθεια και να πετάξουμε τη μεταμοντέρνα υποκρισία στο πλησιέστερο σκουπιδότοπο. Δεν κάνουμε διαγωνισμό προσωπικής ηθικής τελειότητας. Ο αληθινός ρεαλισμός θέτει τα όρια και είναι στα αλήθεια το υψηλότερο σημείο αυταπάτης και υποκρισίας το να βαυκαλιζόμαστε για μια δήθεν ηθική ανωτερότητα έναντι των διαφωνούντων.

Με λίγα λόγια μια συζήτηση που εξελίσσεται σε πόλωση με απότομες απόψεις και έντονες διαφορές απόψεων εξυπηρετεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, έναν μόνο… Κοντά στο νου και η γνώση…

Δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί η ισορροπία, ιδίως με τις “φυτιλιές” των ΜΜΕ.

Ας αφήσουμε λοιπόν στην άκρη τον στείρο ρεβανσισμό και ας εστιάσουμε σε μια κριτική για τους ισχύοντες κανόνες και για την κακή διαχείριση.

Η πλειοψηφία έχει την άποψη ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε λάθος δρόμο, αλλά έχει πιο αόριστες απόψεις για το τι χρειάζεται για να οδηγηθεί η χώρα στο σωστό δρόμο. Μπορούμε να κερδίσουμε τον πολιτικό πόλεμο, αλλά μόνο με το να είμαστε συνεπείς. Εάν πιστέψουμε στη δύναμη της πραγματικότητας και στην παροδικότητα των παραμυθιών, τότε έχουμε μια ευκαιρία!

Tags

Απάντηση

Back to top button
Close
Close
Enable Notifications    Ok No thanks