ΥΓΕΙΑ

Δεν είναι όλα τα αλάτια ίδια: Τα είδη και οι διαφορές τους

Το αλάτι αποτελεί βασικό καρύκευμα για τα φαγητά μας, αφού τονώσει τη γεύση τους. Ωστόσο, κυκλοφορεί σε διάφορα είδη, το καθένα με τα δικά του μοναδικά χαρακτηριστικά.

Γενικά το αλάτι αποτελεί ένα φυσικό στοιχείο το οποίο υπάρχει σε αφθονία στη φύση, τόσο στο νερό (θάλασσας ή λίμνης) όσο και σε στερεή μορφή, σε πετρώματα. Χημικά το αλάτι αποτελείται από χλωριούχο νάτριο και αποτελεί ένα από τα πιο διαδεδομένα στοιχεία της φύσης. Στο εμπόριο μπορούμε να το βρούμε σε λεπτούς ή χονδρούς κόκκους ή ακόμη και σε νιφάδες.

Επιτραπέζιο/μαγειρικό αλάτι: Το επιτραπέζιο αλάτι που κυκλοφορεί κυρίως στο εμπόριο προκύπτει ύστερα από επεξεργασία του φυσικού άλατος, για αφαίρεση προσμίξεων. Είναι υγροσκοπικό, δηλαδή μπορεί και συγκρατεί υγρασία στο μόριό του. Επιπλέον, κατά την επεξεργασία προστίθενται ουσίες που αποτρέπουν τη συσσωμάτωσή του όσο μένει στο ράφι. Η διαδικασία καθαρισμού, που γίνεται με τη χρήση χημικών ουσιών, αφαιρεί ταυτόχρονα και τα φυσικά μέταλλα και ιχνοστοιχεία που περιέχει το αλάτι (μαγνήσιο, κάλιο, ασβέστιο). Δεν έχει πολύ αλμυρή γεύση, ενώ είναι λίγο πικρό.

Ιωδιούχο αλάτι: Αποτελεί υποκατηγορία του επιτραπέζιου αλατιού, με τη διαφορά ότι έχει γίνει προσθήκη ιωδίου. Φυσιολογικά το θαλασσινό αλάτι περιέχει ιώδιο, ωστόσο το ιώδιο όσο το αλάτι μένει στις αλυκές εξαχνώνεται. Λόγω πολλών περιστατικών βρογχοκήλης και προβλημάτων με το θυρεοειδή αδένα ο εμπλουτισμός του αλατιού με ιώδιο είναι κάτι διαδεδομένο στις περισσότερες χώρες. Περιέχει, επίσης, μικρή ποσότητα ζάχαρης, η οποία αποτρέπει την οξείδωση του ιωδίου.

Ορυκτό αλάτι: Αποτελεί το αλάτι με τη μεγαλύτερη κατανάλωση παγκοσμίως (70%). Είναι στέρεο και κρυσταλλικό κι έχει αλμυρή γεύση. Δεν είναι καθόλου υγροσκοπικό, ενώ περιέχει στο μόριό του άλατα μαγνησίου, αργίλου και ασβεστίου. Λαμβάνεται με εξόρυξη κυρίως από όρη (Άλπεις, Ιμαλάια) που κάποτε ήταν θάλασσες και δεν υπόκειται σε καμία κατεργασία μετά τη συλλογή του.

Αλάτι Ιμαλαΐων: Ένα από τα πιο δημοφιλή αλάτια, με απαλό ροζ χρώμα. Το χρώμα του οφείλεται στην περιεκτικότητά του σε σίδηρο. Είναι πλούσιο σε μέταλλα και ιχνοστοιχεία όπως μαγνήσιο, κάλιο, χαλκό και σίδηρο, ενώ δεν περιέχει ιώδιο. Έχει έντονη γεύση και τραγανή υφή. Σε σχέση με το κοινό επιτραπέζιο αλάτι περιέχει την ίδια σύσταση σε νάτριο (98%).

Θαλασσινό αλάτι: Πρόκειται για φυσικούς κρυστάλλους αλατιού οι οποίοι συλλέγονται είτε φυσικά από τις αλυκές, ύστερα από εξάτμιση του θαλασσινού νερού με τη βοήθεια φυσικών φαινομένων (ήλιο, αέρα), είτε τεχνητά. Αποτελεί το αλάτι με μεγαλύτερη κατανάλωση στην Ελλάδα και διακρίνεται σε δύο είδη: το φυσικό αλάτι (λεπτό, χονδρό, κρυστάλλους) και το άνθος άλατος.

Άνθος αλατιού: Υποκατηγορία του θαλασσινού αλατιού, που παράγεται κυρίως στη Γαλλία. Είναι ιδιαίτερα ακριβό, συλλέγεται με το χέρι από την επιφάνεια του νερού και δεν επιδέχεται καμία επεξεργασία. Είναι πλούσιο σε ιχνοστοιχεία και αποτελείται από κρυστάλλους χλωριούχου νατρίου μαζί με ιχνοστοιχεία όπως φθόριο, κάλιο, ασβέστιο και κάλιο.

Κόκκινο αλάτι Χαβάης: Πρόκειται για θαλασσινό αλάτι το οποίο έχει χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα τερακότας, εξαιτίας του οξειδίων του σιδήρου που περιέχει από ηφαιστειακό πηλό. Έχει έντονο άρωμα και γεύση. Δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο, ενώ είναι πλούσιο σε ιχνοστοιχεία, καθώς δεν έχει υποστεί κάποια διαδικασία καθαρισμού.

Μαύρο αλάτι Χαβάης: Επίσης θαλασσινό αλάτι, το οποίο περιέχει ενεργό άνθρακα, εξ ου και το σκούρο χρώμα. Παρασκευάζεται με φυσικό τρόπο, όπως το κόκκινο αλάτι, και είναι πλούσιο σε ιχνοστοιχεία.

Απάντηση

Back to top button
Enable Notifications    Ok No thanks